Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Απόσπασμα από το διήγημα του Χάρη Κανάκη "ΠΡΩΙΝΗ ΣΙΩΠΗ". (2009)


Σιωπή, τίποτε άλλο δεν ζητώ τώρα πια, ησυχία και σιωπή. Τελικά όλοι προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους και μερικές φορές και τους εαυτούς μας, ότι έχουμε δίκιο. Αγωνία και μαχητικότητα, ματαιότητα και ανισορροπία...καλύτερα η σιωπή...έχει Πνευματικότητα, μυστήριο και σοφία. Εξηγείς και αναλύεις, άρα φθείρεσαι και κατανοείσαι άρα ξεπερνιέσαι ως ήδη “γνωστό κείμενο” κι έτσι “πάμε παρακάτω”... Όλοι γνωρίζουν τελικά κι εσένα και τα πάντα. Αναλύουν και αναλύονται, ομιλούν αλλά δεν ακούν, κοιτούν μα δεν βλέπουν. Προσπαθούν να ισορροπήσουν και βρίσκονται ήδη ξαπλωμένοι στο έδαφος. Αυτό κάνουν όλοι, αυτό έκανα κι εγώ σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αυτοπροσδιοριστώ μέσα στο καζάνι της ομοιομορφίας και του ανταγωνισμού. Τώρα εδώ, να προσπαθείς να κατακτήσεις τη γνώση μέσα από τη σιωπή και την γαλήνη. Μερικές φορές τα συναισθήματα εδώ έρχονται πιο απαλά και σ’ αγκαλιάζουν τη νύχτα καθώς κοιτάζεις το φώς της φλόγας να τρεμοπαίζει στους άγριους τοίχους. Η αγρύπνια και η νηστεία σε κάνουν ένα σκεύος αισθημάτων, σε κάνουν μιά μηχανή παραγωγής αισθημάτων. Ξαγρυπνώντας βλέπεις πιο καθαρά...

Ξαφνικά η αγάπη για όλους σε πλημμυρίζει από την κορυφή ως τα νύχια. Θες να αφουγκραστείς τον πόνο όλης της πλάσης μέσα σε μια κίνηση. Τα χέρια σου πια δεν είναι τα χέρια που ήξερες, είναι τεράστιες φτερούγες ή πλοκάμια που τυλίγουν κάθε ζωντανό φυτό ζώο ή άνθρωπο. Τότε πια δεν είσαι μόνος μέσα στο κρύο κελί σου αλλά είσαι ένα με όλους. Αισθάνεσαι την ύπαρξή σου ρευστή να κυλάει σαν αργή καυτή λάβα και να πλημμυρίζει την πλάση ολόκληρη και τότε συμβαίνει κάτι μοναδικό. Τότε ξαφνικά νιώθεις το απέραντο και υπέροχο συναίσθημα της απόλυτης γαλήνης. (Κεφάλαιο 5)

Υποψήφιο καλύτερο παιδικό ποίημα 2006 (ΗΝΩΜ. ΕΘΝΗ)



Όταν γεννιέμαι, είμαι μαύρος
Όταν μεγαλώσω, είμαι μαύρος
Όταν κάθομαι στον ήλιο, είμαι μαύρος
...Όταν φοβάμαι, είμαι μαύρος
Όταν αρρωσταίνω, είμαι μαύρος
Κι όταν πεθαίνω, ακόμα είμαι μαύρος
Κι εσύ λευκέ άνθρωπε
Όταν γεννιέσαι, είσαι ροζ
Όταν μεγαλώνεις, γίνεσαι λευκός
Όταν κάθεσαι στον ήλιο, γίνεσαι κόκκινος
Όταν κρυώνεις, γίνεσαι μπλε
Όταν φοβάσαι, γίνεσαι κίτρινος
Όταν αρρωσταίνεις, γίνεσαι πράσινος
Κι όταν πεθαίνεις, γίνεσαι γκρι

Και αποκαλείς εμένα έγχρωμο;