Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Η ιστορία της ΑΕΚ (29 Μαίου 1924-Σύνταξη Καταστατικού)


Αθλητικό σωματείο, που ίδρυσαν Κωνσταντινοπολίτες πρόσφυγες στην Αθήνα το 1924. Η Αθλητική Ένωση Κωνσταντινουπόλεως, όπως είναι ο πλήρης τίτλος της, είναι ο τρίτος δημοφιλέστερος σύλλογος στο Κέντρο, μετά τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό. Διατηρεί τμήματα ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης, πετοσφαίρισης, χειροσφαίρισης, στίβου, ξιφασκίας, πυγμαχίας, ποδηλασίας και ζατρικίου.

Για τους μικρασιάτες πρόσφυγες τα πρώτα χρόνια στη μητέρα πατρίδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή ήταν πραγματικά πέτρινα. Οι συνθήκες προσαρμογής δύσκολες και οι θύμησες έντονες γι' αυτά που άφησαν πίσω τους. Οι αθλητές (οι περισσότεροι με έντονη δράση και φήμη στην Πόλη) εντάχθηκαν αρχικά στους κόλπους του Πανιωνίου και του Παναθηναϊκού. Η δημιουργία, όμως, του δικού τους συλλόγου ήταν θέμα χρόνου...

«Κάτι πρέπει να γίνει» ήταν η φράση που ακουγόταν όλο και πιο συχνά στο μικρό μαγαζάκι αθλητικών ειδών «Λουξ» του Αιμίλιου Ιωνά και του Κωνσταντίνου Δημόπουλου στην οδό Βερανζέρου. Η συζήτηση έγινε πίστη και η πίστη σκοπός ζωής για τη μικρή αυτή παρέα, που οραματιζόταν να συγκεντρώσει κάτω από τον δικέφαλο αετό όλους τους ποδοσφαιριστές και τους φιλάθλους που προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη.

Στις 13 Απριλίου του 1924 και ύστερα από πoλύωρη συζήτηση, η παρέα πήρε την τελική απόφαση για την ίδρυση ενός συλλόγου με την επωνυμία Αθλητική Ένωση Κωνσταντινουπόλεως. Ως έμβλημα επελέγη ασφαλώς ο Δικέφαλος Αετός και χρώματα το χρυσό και το μαύρο, όλα εμπνευσμένα από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, για να θυμίζουν στους μεταγενέστερους την ένδοξη αθλητική παρακαταθήκη των Ελλήνων της Πόλης.

Το καινούργιο σωματείο βολεύτηκε πρόχειρα στα γραφεία τις ΧΑΝ στην οδό Μητροπόλεως, που παραχώρησε ο καθηγητής του Athens College Νίκος Ελεόπουλος. Συντάχτηκε το καταστατικό και στις 29 Μαίου εξελέγη το πρώτο διοικητικό συμβούλιο, με πρόεδρο τον δημοσιογράφο Κώστα Σπανούδη, μετέπειτα βουλευτή και υπουργό στην κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το συμπλήρωσαν οι Νίκος Ελεόπουλος (αντιπρόεδρος), Τιμολέων Τάγαρης, Μενέλαος Καροτσιέρης, Μίλτος Ιερεμιάδης, Κωνσταντίνος Δημόπουλος και Αμίλιος Ιωνάς.

Πριν συμπληρωθεί ένα δίμηνο, η ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ ήταν αξιόμαχη και έτοιμη να κατεβεί στα γήπεδα. Στον πρώτο της φιλικό αγώνα που έγινε στο Ποδηλατοδρόμιο του Νέου Φαλήρου (νυν Γήπεδο Καραϊσκάκη) νίκησε την ομάδα επιλέκτων του Πειραιά με 3 - 2. Η πρώτη αυτή ομάδα απαρτιζόταν από τους Κίτσιο, Ιερεμιάδη, Ασδένη, Κεχαγιά, Παρασκευά, Δημόπουλο, Καραγιαννίδη, Μπαλτά, Μήλα, Ηλιάδη και Γεωργιάδη.

Οι πρώτες προπονήσεις γίνονταν στο χώρο του Ολυμπίου Διός, μπροστά σε μικρές συγκεντρώσεις φιλάθλων. Οι υψηλές διασυνδέσεις του νεοσύστατου συλλόγου, τον βοήθησαν να ξεχωρίσει από τον Πανιώνιο και τον Απόλλωνα, που διεκδικούσαν την υποστήριξη του προσφυγικού στοιχείου της πρωτεύουσας και του χαρίσουν πανελλήνια εμβέλεια. Αργότερα, παραχωρήθηκε στην ΑΕΚ το γήπεδο του Παναθηναϊκού και το 1929 ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε την άδεια να της παραχωρηθεί η έκταση στη Νέα Φιλαδέλφεια, εκεί όπου για 79 χρόνια ήταν το γήπεδο της ομάδας.

Ο πρώτος τίτλος για την ΑΕΚ ήλθε το 1932, όταν κατέκτησε το πρώτο Κύπελλο Ελλάδος, νικώντας στον τελικό τον Άρη με 5-3. Μέχρι τον πόλεμο πρόσθεσε στη συλλογή της ένα νταμπλ (πρωτάθλημα και κύπελλο) το 1939 και ένα πρωτάθλημα τον επόμενο χρόνο. Σταρ της ομάδας ήταν οι Κώστας Νεγρεπόντης, Κλεάνθης Μαρόπουλος, Τρύφων Τζανετής, Μιχάλης Δελαβίνιας, Γιώργος Μάγειρας και Σπύρος Σκλαβούνος.

Σκέψεις μετά την Πρεμιέρα του "Ματωμένου Γάμου".


Μία εξαιρετική πρεμιέρα "έκπληξη" του "Ματωμένου Γάμου" του Λόρκα από την Θεατρική Ομάδα του Δήμου Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας, για όσους την παρακολούθησαν. Η διδασκαλία-Σκηνοθεσία της εμπνευσμένης Γεωργίας Θεοδωρακοπούλου οδήγησε τους ηθοποιούς σε υπέροχες ερμηνείες, με ένα στακάτο ζωηρό ρυθμό, χωρίς κενά και ευρήματα εντυπωσιασμού. Τίποτε περιττό, με πρωταγωνιστή το τραγικό δίπολο Ερωτας- Θάνατος να συνεπαίρνει. Συγχαρητήρια σε όλους όσους συμμετείχαν. Ήταν μεγάλη χαρά για μένα που έγραψα την μουσική σε μία τέτοια παράσταση.

ΧΑΡΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

"ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ" από τη Θεατρ. Ομάδα Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας (Μουσική: Χάρης Κανάκης)


Η αιώνια διαμάχη ανάμεσα στο συναίσθημα και την κακή διαίσθηση. Η προαιώνια κτήση του πάθους στην ψυχή μας σαν μέσο απόδρασης από την ευθύνη για την ίδια τη ζωή μας. Η ανάγκη μας να αυτοτιμωρούμαστε για όσα δεν τολμάμε να παραδεχτούμε πως νιώθουμε και η μικρότητά μας μπροστά στο μεγαλείο της εγκράτειας και της σοφρωσύνης.

Μα πάνω από όλα, πέρα από κάθε τι, είναι η Αγάπη. Όχι η αγάπη για έναν σύντροφο ή για μια μάνα. Η Αγάπη για τον άνθρωπο που είναι μικρός και ανίκανος να διαχειριστεί τα μεγάλα και τα ωραία. Για τον άνθρωπο που υποφέρει και βασανίζεται προκειμένου να κάνει την υπέρβαση και να περάσει στην όχθη των σοφών και αγαθών. Η αγάπη για την αδυναμία και ο έρωτας για την απώλεια.
Το Τμήμα Θεατρικής Παιδείας του Ενιαίου Φορέα Πολιτισμού του Δήμου ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ-ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ, παρουσιάζει το αριστούργημα του Ισπανού συγγραφέα και ποιητή Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, "Ο Ματωμένος Γάμος" σε σκηνοθεσία-διδασκαλία-σκηνικά Γεωργίας Θεοδωρακοπούλου και μουσική Χάρη Κανάκη

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ: Σαββατο 28, Κυριακή 29, Δευτέρα 30, Τρίτη 31 Μαίου 2011 Π.ΠΙ.ΕΔ Φιλαδέλφεια-Χαλκηδόνα (Είσοδος Ελεύθερη)

"Οι γλώσσες της σιωπής" (του Κώστα Γεωργουσόπουλου)



Στον γραπτό λόγο σημειώνονται με σημεία στίξης οι νοηματικές ενότητες που ωραία, νομίζω, κάποιες από αυτές ονομάστηκαν στιγμές (από το ρήμα, βέβαια, «στίζω») που πήρε εξαιτίας αυτής της συγκεκριμένης χρήσης και τη σημασία της μικρής χρονικής ενότητας

Ο Προμηθέας σιωπά κατά τη διάρκεια του Προλόγου και παρατείνει τη σιωπή του ώσπου εκρήγνυται η εγκυμονούσα οργή του. Πάντα το μεγάλο δραματουργικό ζητούμενο είναι τι θα αρθρώσει ένα πρόσωπο, όταν σπάσει τη σιωπή του. Όσο πιο παρατεταμένη είναι, τόσο σημαίνουσα θα πρέπει να είναι η εκτόνωση (στη φωτογραφία, ο Κώστας Καζάκος ως «Προμηθέας Δεσμώτης»)

Έτσι ονομάζεται τελεία (στιγμή) ή άνω στιγμή, το σημάδι στη γραφή που σηματοδοτεί το τέλος ενότητας λόγου ή ενός τμήματος με ολοκληρωμένο επιμέρους νόημα κ.τ.λ. Το ότι όμως η λέξη στιγμή στη νεώτερη γλώσσα μας πήρε και τη σημασία της χρονικής ενότητας (μια στιγμή, στιγμούλα, στιγμιαίος, στιγμιότυπο κ.τ.λ.) οφείλεται στο γεγονός ότι στην ανάγνωση πλέον, η στίξη έπαιρνε και τον ρόλο της διακοπής τής ροής του λόγου, του κενού μεταξύ δύο προφορικών ενοτήτων, ένα κενό, δηλαδή, χρόνου.

Στο θέατρο και στη μουσική αυτή η διακοπή της ροής του λόγου ή του ρυθμού ή της μελωδίας ονομάζεται «παύση» και δεν αποτελεί ποτέ ουδέτερο στοιχείο αλλά εντάσσεται μέσα στο νόημα και στον χαρακτήρα του κειμένου, της λαλιάς ή της παρτιτούρας. Θα έλεγα μάλιστα πως αντιστοιχεί η παύση με τα λευκά σε μια γκραβούρα ή με το φόντο του καμβά στη ζωγραφική και ακόμη με το «κενό» απέναντι στο «πλήρες» της γλυπτικής. Στον χορό πάλι η Στάση αντιστοιχεί στην παύση του λόγου.

Αν μπορούσε να ορισθεί αλλιώς, η παύση στο θέατρο π.χ. είναι χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από μια φράση σε άλλη που έχουν, κάθε μία, ολοκληρωμένη λογική ή συναισθηματική συγκρότηση. Είναι ο νεκρός λεκτικά χρόνος είτε μέσα στον λόγο ενός ρόλου ή ο νεκρός χρόνος μεταξύ του τέλους μιας εκφώνησης και της ανταποκρίσεώς της από άλλο πρόσωπο της διανομής.

H Παύση στο θέατρο είναι εξαιρετικά σημαντικό δομικό στοιχείο της υποκριτικής τέχνης, όπως ακριβώς θεωρείται «μουσική» και η παύση μεταξύ μιας μελωδίας ή ενός ρυθμικού σχήματος. H παύση «παίζεται» λέμε στο θέατρο αφού ο χαρακτήρας, ο ρόλος έχει συναισθηματική συνέχεια· η διακοπή του λόγου δεν σημαίνει βέβαια και συναισθηματικό κενό. Αντίθετα, η παύση έχει ένα είδος μετεικάσματος (σωστότερα μετακούσματος), αφού λούζεται από τα απονέρια της τελευταίας πριν από αυτήν φράσης και ραντίζει με συναισθηματικό φορτίο την επόμενη φράση. Είναι δηλαδή συναισθηματική γέφυρα. Συνήθως χρησιμοποιείται από τη διδασκαλία για έμφαση, για επιφύλαξη, για ετοιμασία επίθεσης ή ως μέριμνα άμυνας του ομιλούντος προσώπου.

Ο ηθοποιός κατά τη διάρκεια της παύσης καλείται συχνά να αλλάξει «κλειδί» συναισθηματικής τακτικής, να μεταβεί σε άλλη φωνητική κλίμακα ή να σημειώσει με χειρονομίες, στάσεις ή κινήσεις ό,τι δεν θέλει να πει ή ό,τι δεν πρόλαβε να πει ή ό,τι θέλει να υπονοήσει. Ο Αριστοτέλης είχε εισαγάγει στην «Ποιητική» τον όρο «οικείον μήκος» και εννοούσε ότι για κάθε τι στο θέατρο υπάρχει μια συγκεκριμένη και ορισμένη διάρκεια, ο χρυσός μέσος. Κάθε υπέρβαση του μέτρου (εδώ της παύσης, της διάρκειάς της δηλαδή) ή η συντόμευση, δεν επιτρέπει στον θεατή ή τον ακροατή να συλλάβει το «ομαλόν του ήθους» του προσώπου, άρα και την αποτυχία του ηθοποιού να το εκφράσει.

Μια άλλη όμως έννοια της απουσίας ηχητικού στοιχείου (κι όχι μόνο λόγου) σε ένα διάστημα χρόνου στο θέατρο είναι και η Σιγή. Τελείως διαφορετικής υφής και λειτουργίας αναστολή του υλικού χρόνου. H Σιγή στο θέατρο έχει να κάνει με τον περιρρέοντα χρόνο, το περιβάλλον, το βάθος ηχητικού τοπίου. Ένας μονόλογος ή μια σκηνή διαδραματίζεται σε απόλυτη σιγή, όπως καμια φορά στα πειράματα Φυσικής θεωρητικά αφαιρείται ο παράγων τριβή ή έλξη. Στην «Ιφιγένεια» π.χ. την εν Αυλίδι, στον Πρόλογο δηλώνεται σαφώς πως ο Αγαμέμνων, σε πλήρη σύγχυση διλημματικά, άγρυπνος έξω από τη σκηνή του μεσάνυχτα μονολογεί ενώ η φύση (αιθέρας και θάλασσα ) αλλά και το κοιμισμένο στρατόπεδο σιγούν. Μόνον ο μακρινός Σείριος στίλβει μέσα στην απέραντη σιγαλιά που κάνει συνταρακτικότερη την αγωνία του τραγικού πατέρα και στρατηλάτη.

Ο Ευριπίδης πάλι στις «Βάκχες» τελεί την Πάροδο του Χορού των «Βακχών» στις συνθήκες της τελετουργικής παραδοσιακής εισόδου του διονυσιακού θιάσου στην πόλη μέσα σε απόλυτη Ιερή Σιγή. H πόλη καλείται να αφήσει ελεύθερη και απρόσκοπτη, εν πλήρη σιγή, τη θορυβώδη οργιαστική είσοδο των μυημένων που έρχονται να την καταλάβουν. Τελείως διαφορετικά λειτουργεί στον θεατρικό χρόνο η Σιωπή. Ένα πρόσωπο που σιωπά, δηλαδή, απέχει από τη λεκτική επικοινωνία αλλά συντελεί στην γενική επικοινωνιακή σχέση, αφού η Σιωπή μπορεί να είναι ένοχη, πένθιμη, οργίλη, απειλητική, μυστήρια, απροσδόκητη κ.τ.λ.

Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» και στην κριτική που ασκούν εκατέρωθεν Αισχύλος και Ευριπίδης καταλογίζει στον Αισχύλο υπερβολική και συχνά ενοχλητική χρήση της σιωπής των τραγικών του προσώπων.

Πράγματι ο Προμηθέας σιωπά κατά τη διάρκεια του Προλόγου όπου λαλίστατα το Κράτος και ο Ήφαιστος τον καθηλώνουν στον βράχο. Ενώ συγχρόνως παρίσταται και σιωπά η Βία. Και η μεν σιωπή της Βίας - ιδιοφυές εύρημα - είναι αυτονόητη, ο Τιτάνας παρατείνει τη σιωπή του ώσπου εκρήγνυται η εγκυμονούσα οργή του. Πάντα το μεγάλο δραματουργικό ζητούμενο είναι τι θα αρθρώσει ένα πρόσωπο, όταν σπάσει τη σιωπή του. Όσο πιο παρατεταμένη είναι, τόσο σημαίνουσα θα πρέπει να είναι η εκτόνωση. Ο Προμηθέας όταν θα ομιλήσει θα απευθυνθεί και θα ζητήσει τη συμπαράσταση στο πάθος του, του Σύμπαντος, του Αιθέρα, της Γης, του Ωκεανού, του Πυρός: των τεσσάρων δομικών στοιχείων της Ύλης.

Τα χρονικά αναφέρουν πως η Νιόβη, η τραγική μητέρα που ο Απόλλων τής σκότωσε δεκατέσσερα παιδιά, στο ομώνυμο έργο του Αισχύλου βρισκόταν επί σκηνής πενθοφορούσα, σιωπηλή, πέρα από το μισό της διάρκειας της τραγωδίας.

H Κασσάνδρα της Ορέστειας σιωπά και εισέρχεται στη σκηνή σταδιακά: πρώτα δηλούται το φύλο, μετά ονομάζεται από τη μέλλουσα σφαγέα της, την Κλυταιμνήστρα, ύστερα χτυπιέται σαν θηρίο στο κλουβί και όταν αρθρώσει λόγο θα είναι το μοιραίο όνομα του Απόλλωνα, του θεού που την καταράστηκε· που στην ποιητική του Αισχύλου παρετυμολογείται μάλιστα (Απόλλων = απόλλυμι ).

Ο Πυλάδης του Σοφοκλή είναι βωβό πρόσωπο που συνοδεύει τον Ορέστη, όπως δηλοί ο κοινόχρηστος μύθος. Στον Αισχύλο όμως των «Χοηφόρων», ενώ έως πριν από το τέλος της τραγωδίας σιωπά, σπάει μόνο για τρεις στίχους τη σιωπή του - για να επανέλθει έπειτα ξανά σ' αυτήν -, για να γίνει η κοινωνική εθιμική φωνή που επιβάλλει τη μητροκτονία, όταν ο Ορέστης ενώπιον του μητρικού μαστού παραλύει.

Υπάρχουν και οι σιωπές των γυναικών, όταν γίνονται μάρτυρες οικείων ή ανοίκειων δεινών. H Ευρυδίκη στην «Αντιγόνη» όταν πληροφορείται τον θάνατο του Αίμονος, η Δηιάνειρα όταν συνειδητοποιεί πως δολοφόνησε τον σύζυγό της Ηρακλή, η Ιοκάστη όταν αποκαλύπτεται η αιμομιξία, σε απόλυτη σιωπή εγκαταλείπουν τη σκηνή για να αυτοχειριαστούν, ενώ οι Χοροί τεκμαίρονται πως η βουβή, σιωπηλή αποδοχή της καταστροφής, ο πόνος που δεν εκτονώνεται με κραυγή ή θρήνο, είναι προθάλαμος θανάτου.

Χωρίς να εξαντλώ το απέραντα ερεθιστικό θέμα θυμίζω τη σιωπή του Γκοντό που παρατείνει την αναμονή μας στη θνητότητα, αλλά και την έξοδο του Άμλετ από το σάπιο βασίλειο της Δανίας με την παράλληλη λήξη της τραγωδίας: «T' άλλα είναι σιωπή».

Στο Συντακτικό του θεάτρου η Σιγή, η Παύση και η Σιωπή είναι εξίσου σημαντικοί συστατικοί δομικοί πυλώνες.

ΥΓ: Το κείμενο αυτό είναι η γραπτή διατύπωση προφορικής εισήγησης στο Z' Γλωσσολογικό Συνέδριο που οργάνωσε στη Θεσσαλονίκη ο Χρήστος Τσολάκης και οι συνεργάτες του.

ΤΑ ΝΕΑ , 15/04/2006

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

«Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» του Αλ. Κασσόνα από την "ΘΕΑΤΡ. ΣΚΗΝΗ" Ηρακλείου Αττικής. (Mουσική Χάρης Κανάκης)


Η «ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ» του Δήµου Ηρακλείου Απικής ιδρύθηκε το 1984 και µέχρι σήµερα έχει συνεχή παρουσία στα πολιτιστικά δρώµενα του Δήµου. Εντάσσεται στις δραστηριότητες του Πολιτιστικού Κέντρου και αποτελεί βασικό κύτταρο πολιτισµού του Δήµου.
Στη «ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ» λειτουργεί στούντιο κινησιολογίας, ορθοφωνίαο και αυτοσχεδιασµού. Στη µακροχρόνια πορεία της έχει βραβευτεί δύο Φορές στους Πανελλήνιους Θεατρικούς Αγώνες του Δήµου Ζωγράφου, έχει συµµετάσχει για δύο σεζόν στο Πολιτιστικό Καλοκαίρι του Δήµου Γαλαξιδίου και σε ανάλογες εκδηλώσεις Δήµων της Απικής, ενώ επί 2,5 χρόνια παρουσίαζε κάθε εβδοµάδα µονόπρακτα του ελληνικού και ξένου δραµατολογίου από τη συχνότητα του ραδιοφωνικού σταθµού του Δήµου «Επικοινωνία FM».
Η «ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ» έµεινε µακριά από µόδες, εµπορικές βλέΨεις, Φτηνούς ανταγωνισµούς, προσωπικά συµφέροντα και Φιλοδοξίες. Δεν επεδίωξε να προσκολληθεί στα «µεγάλα κυκλώµατα», να µαϊµουδίσει την όποια λάµψη τους, να αναµασήσει τους δικούς τους στόχους, να πάρει κάτι από το βουητό τους ... Έµεινε µακριά από όλα αυτά, για νάχει τη δική της προσωπική παρουσία και τη δική της φωνή,
Φέτος η «ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ» με την αμέριστη συμπαράσταση του Δημάρχου Παντελή Βλασσόπουλου και του Αντιδημάρχου Γιάννη Κεσκινίδη ανεβάζει το γνωστό έργο «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» του Αλεξάντρο Κασσόνα σε σκηνοθεσία της Βάσως Παπαθεοδώρου - Μπελίτση, σκηνογραφία Δηµήτρη Κόντου, κοστούµια Χρυσούλας Στρουγκώφ, µουσική Χάρη Κανάκη, διδασκαλία τραγουδιών και σύνθεση ιρλανδέζικου τραγουδιού Νίκου Φυλακτού.
Παίζουν µε τη σειρά που εµφανίζονται οι ηθοποιοί: ΈΦη Κάλβου, Ρούλα Μπότσαρη, Αλεξάνδρα Τσολίδη, Γιάννης Γαµπαδάκης, Αλέξανδρος Ντέµα, Φρύνη Δήµου, Γιάννης Γαλατόπουλος, Στάθης Γεωργόπουλος, Δηµήτρης Τρουµττούκης, Βασίλης Κουσουνέλος, Μάνια Γερολυµάτου, Νίκος Παραµερίτης, Ελένη Γλαρέ ντζο υ, Βέρα Θεοδώρου, Βάσω Παπαθεοδώρου - Μπελίτση, Βασίλης Μακρής.
Ηµέρες παραστάσεων: Δευτέρα 23/5/11, Παρασκευή 27/5/11, Σάββατο 28/5/11, Κυριακή 29/5/11, Σάββατο 4/6/11, Κυριακή 5/6/11 στις 20.30 και Παρασκευή 3/6/11, Τετάρτη 8/6/11 στις 18.30, στο Θέατρο του Πολιτιστικού Πολύκεντρου του Δήµου Ηρακλείου Απικής, Κουντουριώτου & Νεότητος.
Η είσοδος στις παραστάσεις είναι ελεύθερη.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

"Γνήσιος απόγονος του Αριστοφάνη ο Βέγγος" (του Γιάννη Ζουμπουλάκη)



Ο Θανάσης Βέγγος ήταν ένας αριστοφανικός ήρωας με την ψυχή του λαϊκού καθημερινού ανθρώπου. «Ο αρχαίος Ελληνας είναι ωραίος, αθλητικός, με νου και σώμα υγιές» γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου του «Ενας άνθρωπος παντός καιρού» ο Γιάννης Σολδάτος. «Ο διαχρονικός είναι και αυτός ωραίος σαν Ελληνας, σαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Αθανάσιο Διάκο. Ο Νεοέλληνας πώς είναι; Σαν τον Θανάση Βέγγο: σκονισμένος».
Ο Θανάσης Βέγγος ήταν ο καλός μας άνθρωπος, ο τίμιος άνθρωπος, εκείνος που μετέτρεψε την κατεργαριά σε αισθητική, ο άνθρωπος που διαρκώς τρέχει και δεν φτάνει.

«'Η τρελός είναι αυτός ή άγιος» έγραψε για τον Βέγγο ο Νίκος Κούνδουρος για την εμπειρία τους στη Μακρόνησο. Από τον Κούνδουρο άλλωστε άρχισαν όλα αφού τον χρησιμοποίησε πρώτος στη «Μαγική πόλη» το 1955. «Αν δεν συναντιόμασταν στον στρατό με τον Νίκο Κούνδουρο, δεν θα υπήρχε στο πανί ούτε Θανάσης ούτε Βέγγος» είχε πει ο ίδιος ο Βέγγος σε συνέντευξή του στον Τάκη Παπαγιαννίδη για το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» το 1971. Ο Βέγγος εκείνη την εποχή εργαζόταν σε μαγαζί με δέρματα. Ο Κούνδουρος τον συνάντησε στον στρατό με αφορμή μια παράσταση που θα ανέβαζε. «Θανάση, όταν απολυθούμε, θα παίζεις σε μια ταινία που θα φτιάξω» του είχε πει. Και έτσι ακριβώς έγινε, αν και αρχικώς ο Βέγγος δεν ήθελε να παίξει στον κινηματογράφο. Ο κινηματογράφος όμως του έλυσε το βιοποριστικό ζήτημα. Τα επόμενα δύο χρόνια ο Βέγγος εμφανίστηκε σε 22 ταινίες (!) κρατώντας δεύτερους ή τρίτους ρόλους. Λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε ο «Δράκος» και από τη δεκαετία του '60 και μετά η λαμπρή παρουσία του Θανάση Βέγγου κυρίως στην κινηματογραφική κωμωδία.

«Ενας άνθρωπος που φέρνει μνήμες από το παρελθόν, από τον Μικρασιάτη, από τον άνθρωπο του Εμφυλίου, από τον άνθρωπο της εξορίας, από τον άνθρωπο της μετα-εποχής του Εμφυλίου» έχει αναφέρει γι' αυτόν ο Παντελής Βούλγαρης, ο οποίος σκηνοθέτησε τον Βέγγο σε μία από τις τελευταίες ταινίες του, την «Ψυχή βαθιά». Και συνοψίζοντας όλο το εύρος του ηθοποιού ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος, με τον οποίο συνεργάστηκε στο «Βλέμμα του Οδυσσέα»: «Ο Θανάσης Βέγγος είναι λαϊκός ποιητής».
Η τελευταία φορά που τον είδα από κοντά ήταν πριν ακριβώς από έναν χρόνο, όταν το Μουσείο Επιστημών και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών είχε διοργανώσει γι' αυτόν μια εκδήλωση με αφορμή την ονομασία της κινηματογραφικής αίθουσας του αμφιθεάτρου του με το όνομα «Θανάσης Βέγγος». «Είναι το ελάχιστο αντίδωρό μας για τον άνθρωπο που επί μισό αιώνα μας δίδαξε τέχνη, ήθος και ανθρωπιά» είχαν πει τότε οι υπεύθυνοι.
Ολοι ήθελαν να τον ασπαστούν. Γονάτιζαν μπροστά του. Του φιλούσαν το χέρι. Του το έσφιγγαν με ειλικρίνεια. Του έλεγαν ιστορίες από το παρελθόν. Ορισμένοι του θύμιζαν πού είχαν γνωριστεί. Ενα παιδάκι φώναξε: «Θέλω τον Βέγγο για παππού μου!». Του έδιναν κάρτες με χειρόγραφες αφιερώσεις. Κάποια στιγμή τον άκουγες να μουρμουρίζει: «Χρειάζεσαι μια σταγόνα καθαρό νερό...». Ηταν η αρχή της αφιέρωσης σε μια κάρτα. Και εκείνος υπομονετικά τους άκουγε. Ολους. Απαντούσε σε όλους. Φωτογραφιζόταν με όλους. «Αχ, φίλε μου καλέ!» έλεγε και ξανάλεγε σε όποιον του μιλούσε. Αντιλαμβανόσουν τη γνησιότητα της ειλικρίνειας στη φωνή του.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια του Βέγγου από εκείνη την εκδήλωση, μία από τις εκατοντάδες εκδηλώσεις που γίνονταν προς τιμήν του _ και πήγαινε πάντοτε σε όλες.

«Να μη μου λέτε “μεγάλη μου τιμή που σας γνωρίζω!”» έλεγε ο Βέγγος. «Τι θα πει “μεγάλη μου τιμή”; Μεγάλη μου χαρά να λέτε! Χαρά! Χαίρομαι που σε βλέπω, Θανάση! Αυτό να λέτε. Αυτό να λέτε, καλοί μου άνθρωποι!».