Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

"Κουδουνάτοι, η ιεροτελεστεία της Άνοιξης"


Σε διάφορες περιοχές της χώρας (ορεινές ή νησιωτικές) συναντάμε τους Κουδουνάτους, οι οποίοι είναι άνδρες μεταμφιεσμένοι σε ζώα και ζωσμένοι με κουδούνια προβάτων. Οι γεροντότεροι τοποθετούν στους νεώτερους κουδούνια που ζυγίζουν πάνω από 20 κιλά! Σε μερικές περιοχές, φορούν στο κεφάλι τους κομμένες νεροκολοκύθες, διακοσμημένες με φτερά κόκορα και γαλοπούλας, ενώ σε νησιά όπως η Λέσβος, στο λαιμό δένουν λουριά με περασμένες χάντρες και κοχύλια. Βάφουν το πρόσωπο τους με μουτζούρα και παίρνουν στα χέρια την κουτσκούδα! Αρχηγός τους είναι ο… Αρχικουδουνάτος! Σε νησιωτικές περιοχές, φορά λιγότερα κουδούνια, έχει διαφορετικά χαϊμαλιά, ενώ χαμηλά στη μέση του κρέμεται ένα χοντρός βλαστός λαχανίδας με δύο μεγάλα κεφάλια σκόρδων. Βρίσκεται στην κορυφή της πομπής και φυσάει μια μπουρού για να δώσει ρυθμό στο βήμα των Κουδουνάτων, οι οποίοι στο πέρασμά τους δέχονται συνεχώς κεράσματα. Μόλις συναντηθούν στα σταυροδρόμια σχηματίζουν κύκλο πιασμένοι από τις κουτσκούδες και χοροπηδούν ρυθμικά για να δημιουργήσουν ένα συντονισμένο και δυνατό ήχο. Όταν δεν κινούνται, χτυπούν με δύναμη τις κουτσκούδες στο χώμα για να είναι γόνιμη η γη.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

«Ένα μικρό παράξενο παραμύθι» (Χάρης Κανάκης 18-2-12)



Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν δυο νεράιδες στην άκρη ενός ήρεμου ποταμού που στις όχθες του βρέχονταν οι ρίζες αιωνόβιων πλάτανων. Ήταν αγαπημένες και οι δύο. Έπαιζαν με τα ζώα του δάσους και χαίρονταν τον ήλιο και το νερό του ποταμού.
Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, ένας παράξενος άνεμος φύσηξε και τους αναστάτωσε τα μαλλιά και τα πέπλα. Χωρίς να το πολυκαταλάβουν άρχισαν να τσακώνονται για το ποια είναι η πιο όμορφη. Η μέρα κύλισε έτσι και ήρθε το βράδυ που τις βρήκε ακόμη να τσακώνονται για το ποια είναι η ομορφότερη. Ήρθε το επόμενο πρωί και το επόμενο βράδυ και ξανά η ίδια ιστορία. Για πολλές μέρες τσακώνονταν κουρασμένες για το ποια είναι ομορφότερη. Ώσπου μια μέρα ένα μεγάλο σταχτί σύννεφο στάθηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και ο ήλιος με μιας κρύφτηκε. Τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και όλα έδειχναν ότι κάτι συμβαίνει. Οι δύο νεράιδες σήκωσαν ψηλά το κεφάλι και κοίταξαν τον ουρανό, έπειτα κοίταξαν η μία την άλλη σαν να κοιτάζονταν πρώτη φορά. Τώρα τα μαλλιά τους ήταν πιο μακριά και έδειχναν πολλά χρόνια μεγαλύτερες! Δεν γινόταν διαφορετικά, αγκαλιάστηκαν και σταμάτησαν να τσακώνονται. Κάθισαν στην άκρη του ποταμού με τα αιωνόβια πλατάνια, έπαιζαν με τα ζώα του δάσους και έζησαν εκεί αγαπημένες για πολλά πολλά χρόνια.


Χάρης Κανάκης
Νέα Φιλαδέλφεια
18 Φεβρουάριου 2012

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

MEDITATION No. 7 Βιέννη 6-5-2002 (Χάρη Κανάκη)



Ο χρόνος κυλάει ανάμεσα στα αιωνόβια κτίρια
και κάθε στροφής το χνώτο περασμένο μεγαλείο.
Ζωντανή και αθάνατη, σε γυρεύω σε κάθε βήμα μου
και σε ποθώ, η μελωδία σας, εσείς και εμείς οι εναπομείναντες
στα τελευταία βήματα των περαστικών.
Η ανάσα λαχανιάζει, ασθμαίνει και κοντοστέκεται κάτω από
το βαρύ ίσκιο των κτιρίων.
Μεγάλε σκοτεινέ Δούναβη εσύ εκεί να αργοπεθαίνεις και
τα έργα των ανθρώπων να σε διασχίζουν – ποιος νίκησε άραγε ποιον.
Ιεροί δρόμοι, ένδοξοι, σας χαιρετώ και από τη μουχλιασμένη σας
όψη διδάσκομαι.
Στα πρόσωπα των ζωντανών παράθυρων καθρεπτίζω τη
μελαγχολία και ψάχνω στο εσωτερικό των δωματίων
σκαλίσματα από χέρι κυκλάμινο.
Οι συρμοί με παρασύρουν σε κύκλο γύρω από τα κουρασμένα
κεφάλια των κατοίκων και οι κεραίες των τραμ απλώνουν τα κλαδιά
τους σαν σκελετωμένα χέρια προς το θολό ουρανό.
Στο παζάρι δυσκολεύεσαι να περάσεις καθώς σε αγγίζουν
χιλιάδες αγκώνες και αδυσώπητα βλέμματα σε σπρώχνουν στην άκρη
γιατί εδώ τον πρώτο λόγο έχουν οι Ινδοί με τα σκουρόχρωμα
μάτια και τα κοτσύφια με τα μαύρα ρούχα που τσακώνονται
κάτω από τις λεκιασμένες τέντες.
Η Ιστορία είναι γραμμένη στα αετώματα, στους τοίχους και τις
καμινάδες, όποιος έχει μάτια τη διαβάζει, πέρασε έτσι κι αλλιώς
από εκεί λίγο πριν από εμάς και τα σκέπασε όλα για πάντα.
Ονειρεμένη μεγάλη πόλη σε χαιρετώ.

6-5-02
Βιέννη

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

"Μέχρι το πλοίο" (1966, Αλέξης Δαμιανός)


Πρόκειται για την πρώτη ταινία του Αλέξη Δαμιανού (1966). Ένας ορεσίβιος άνδρας κατεβαίνει από το χωριό του στον Πειραιά με σκοπό να μεταναστεύσει στην Αυστραλία.
Στο τρίπτυχό του ο Δαμιανός βασίζει την δραματουργία του στα γνώριμα μέσα που τον απασχολούν και σε άλλες του δουλειές. Η προδοσία μιας φιλίας, και η αρχέγονη ορμή του παντοδύναμου έρωτα ξεδιπλώνονται με εκφραστικά μέσα τον Συμβολισμό και το αργό κοντινό καδράρισμα των ηρώων, δίνοντας την ευκαιρία στο θεατή να γίνει μύστης και εραστής, για λίγο, μέρος του δράματος που έχει τις ρίζες του βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Από τις ταινίες που συγκαταλέγονται στα νατουραλιστικά αριστουργήματα του σύγχρονου Ελληνικού κινηματογράφου.

Χάρης Κανάκης

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Ντίνος Χριστιανόπουλος: "Τα τραγούδια σας είναι πολύ ζαχαρωμένα"


Πόσο «τιμητικό» είναι να σε βραβεύει το σημερινό ελληνικό κράτος, ταπεινωτικά γονατισμένο από την πολιτική, οικονομική και ηθική χρεοκοπία; Και πόσο διατεθειμένος είναι ένας «στριμμένος άνθρωπος» - όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο θεσσαλονικιός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος - να γίνει περιστασιακό μιντιακό έκθεμα; Ακόμη κι αν η ξεθωριασμένη στον χάρτη ευρωπαϊκή επαρχία μας ανθούσε πολιτιστικά από τη Γαύδο ως τις Πρέσπες, πάλι ο Χριστιανόπουλος θα έβγαζε περιπαικτικά τη γλώσσα σε κάθε βράβευση. Δικό του έπαθλο είναι η 60ετής σχέση του με τους αναγνώστες και τους διψώντες για την τέχνη. Ωστόσο το κατείχε ήδη, πολύ προτού τον αναζητήσουν στην Ανω Πόλη οι κομίζοντες το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού - και κατά το λαϊκώς λεγόμενον «φάνε πόρτα»…

«Τι να τους πω τώρα; Γιατί με βραβεύσατε; Δεν το ξέρατε ότι δεν θα δεχόμουν; Το ήξεραν, αλλά κάναν την παλαβή. Σκέφτηκαν ότι μπορεί και να δεχόμουν» σχολίασε ο 82χρονος λογοτέχνης μετά το προαναγγελθέν (εδώ και δεκαετίες) φιάσκο της περασμένης Δευτέρας. Με λόγια δικά του, παραφρασμένα, «τι να τα κάνω τα βραβεία σας, είναι πολύ ζαχαρωμένα, ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα…» και λοιπά, γνωστά και με τη μουσική του Διονύση Σαββόπουλου.
Παρεμπιπτόντως, αυτή η μουσική δεν του αρέσει του Χριστιανόπουλου. Απαξιοί γενικώς τη μελοποίηση ποιημάτων. Και δεν σταματά να κατακεραυνώνει όσους ομότεχνους δεν είναι του γούστου του. Πολλοί σήκωσαν τον λίθο του αναθέματος. Ποιος είναι αυτός που κριτικάρει τον Ελύτη, τον Σεφέρη (αμφότεροι νομπελίστες - τυχαίο;), τον Ρίτσο, τον Βασιλικό, την ελληνική ποίηση μετά το '70 συλλήβδην; λένε. Δεν προσέχουν ότι ζυγίζει το σύνολο ενός έργου: «Ο Ρίτσος, με όλες τις φτήνιες που έχει στα γραπτά του, έχει γράψει τον εκπληκτικότερο στίχο που έχω διαβάσει από ποιητή και που λέει: "Ο ουρανός αρχίζει από το ψωμί"».


Οι γάτες, ο Καβάφης και ο Τσιτσάνης
Παιδί του Κατηχητικού μέχρις ότου αμάρτησε εκδίδοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του, την Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950), πρώην βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης ως το 1965, σχολαστικός επιμελητής εκδόσεων, πολιτιστικός τροχονόμος της πόλης με το περιοδικό «Διαγώνιος» ως το 1983 και τη «Μικρή Πινακοθήκη» («για 25 χρόνια ήμουν δούλος των ζωγράφων»), ο Χριστιανόπουλος έχει ρίξει άγκυρα στη στεριά, σχεδόν αταξίδευτος. Στο Τσινάρι, δίπλα στο κάστρο, παρέα με τις γάτες του, τη μια αγαπησιάρικες, την άλλη ακατάδεκτες.

Ασκητική ζωή, λίγα έσοδα, ένα απερίφραστο «όχι» πριν από χρόνια στην πρόταση να κάνει τα χαρτιά του για να λάβει «λογοτεχνική σύνταξη». Και συνεχής έκθεση: εκδηλώσεις, ομιλίες, εκατοντάδες συνεντεύξεις τον κρατούν ισορροπιστή πάνω στο κύμα της δημοσιότητας.

Πιονιέρος της ομοφυλοφυλικής ποίησης - ο ίδιος θα έλεγε απλά «ερωτικής» -, μικρότερος δήλωνε μαθητής του Καβάφη: «Αυτός ήταν οπαδός της ηδονής, εγώ είμαι οπαδός της χριστιανικής αγωνίας». Τα καρφιά στο σπίτι του κρατούν γερά δύο μεγάλες φωτογραφίες του Αλεξανδρινού και του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Χριστιανόπουλος ανέβηκε ακόμη και στο ρεμπέτικο πάλκο για να τραγουδήσει, αντιδιαστέλλοντας τη γνήσια εσωτερική του ανάγκη στην ενοχλητικά ισχνή ερμηνεία του.

Το 1979 εναντιώθηκε σε όσα τον μπαρουτιάζουν με το κωδικοποιητικό μανιφέστο «Εναντίον»: τις επιχορηγήσεις, το κράτος, τις εφημερίδες, τις κλίκες, τους κουλτουριάρηδες, τις ιδεολογίες, τις ατομικές φιλοδοξίες. Και, ασφαλώς, τις βραβεύσεις: «Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά - και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας».

Από το 1998 ο μοναχικός δημιουργός δεν δημοσιεύει ποιήματα. Και αξιώνει «να μη με θέλουν σαν τα μούτρα τους, μόνο και μόνο επειδή μ' αγαπούνε».

Αφελείς ή ματαιόδοξοι;
Μόλις 21 ετών ήταν το 1981 ο Νίκος Δαββέτας, πρόεδρος της κρατικής επιτροπής που έλαβε την παρακινδυνευμένη απόφαση να βραβεύσει τον Χριστιανόπουλο, όταν δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα. Πού; Στο περιοδικό «Διαγώνιος»! Λέτε να μη γνώριζε τις απόψεις του διευθύνοντος το περιοδικό; Μήπως δεν είχε αντιληφθεί την τροχιά του κειμένου-καταπέλτη «Εναντίον» το οποίο είχε εξαπολυθεί στη δημοσιότητα μόλις δύο χρόνια νωρίτερα; Προς τι λοιπόν η ετεροχρονισμένη εμμονή;

Δύο απαντήσεις υπάρχουν στο εύλογο ερώτημα. Είτε οι βραβεύοντες είναι καλόπιστα αλλά και καταπληκτικά αφελείς, ασυλλόγιστοι, άδολοι οπαδοί, είτε συνειδητά αποφάσισαν να ρίξουν μια ζαριά: να «μείνουν στην Ιστορία» ως οι άνθρωποι που «αυτοί έπεισαν στα γεροντάματα τον Χριστιανόπουλο» να… βραβευθεί. Αν συμβαίνει το πρώτο, έχει καλώς - ο οπαδισμός τυφλώνει σε γηπεδικές και λογοτεχνικές κερκίδες. Αν όμως συμβαίνει το δεύτερο, οι βραβεύοντες ύψωσαν ένα μικρό άχρηστο λοφάκι ματαιοδοξίας τα χώματα του οποίου τούς καταπλάκωσαν γρήγορα με σχετικό πάταγο στην επικοινωνιακή χώρα των Λωτοφάγων.

Ισως κάτι περισσότερο να είχαν διαβλέψει τα μέλη της προηγούμενης κρατικής επιτροπής, όπως αποκάλυψε τώρα ο ίδιος ο ποιητής: «Και πέρσι, με πρόεδρο τον Μαστροδημήτρη, επρότειναν να με βραβεύσουν, αλλά ο άνθρωπος όταν του εξήγησα κατάλαβε και δεν προχώρησε». Μπορεί και να μη ζήλεψαν τα αμφιλεγόμενα εύσημα όσων δήθεν θα έκαναν - για ένα σύντομο φεγγάρι - τον Χριστιανόπουλο τρέχον νόμισμα, νεοελληνιστί «talk of the town».

Σπαράγματα δημόσιου λόγου
* «Από το ‘98 που έχω να γράψω ποιήματα, έχω την εντύπωση ότι τα πήρε ο Θεός και με άφησε έτσι. Και δεν μπορώ να διαμαρτυρηθώ. Ηθελε πια να μου την κόψει την έμπνευση; Να μου την κόψει, βρε αδερφέ!».
* «Η Θεσσαλονίκη ήταν οβρέικια. Ας μην το ξεχνούμε. Αλλά κι η Αθήνα – κάτσε καλά – ήταν αρβανίτικια. Απάνω σε ξένους λαούς χτίστηκε αυτό που λέμε ελληνισμός».
* «Ζω με λιγότερα από 600 ευρώ χωρίς να θέλω πολυτέλειες, αυτοκίνητα και σπίτια. Και με ολίγους παράδες μπορώ και ζω».
* «Η ομοφυλοφιλία είναι μια παθολογία που δεν θεραπεύεται από τους γιατρούς, θεραπεύεται με την αυτογνωσία».
* «Ο Καβάφης είχε πετάξει 180 ποιήματα, που ενώ αυτός τα θεωρούσε σαβούρες, ήρθαν οι φιλόλογοι – η μεγάλη μάστιγα της νεοελληνικής λογοτεχνίας –, τα βρήκαν πολύ σπουδαία και τα πρόσθεσαν μαζί με τα καλά».

Του Γιώργου Αλλαμάνη από το ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

"Το Κάστανο" ή Μετα-μορφώσεις no.2 (Διήγημα Χάρη Κανάκη)



Τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι στην πραγματικότητα.
Έτσι κι εκείνο το απόγευμα δε μου πήρε πολλή ώρα να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι ένα άγουρο πράσινο κάστανο με τα αγκάθια του σε πλήρη απειλητική ωριμότητα.
Έτσι κρεμασμένος από τη μάνα δέντρο να ανασαίνω τον αέρα του βουνού και να περιμένω τις πρώτες βροχές του Οκτώβρη για ν’ αλλάξω χρώμα και να πέσω με θόρυβο στο μαλακό χώμα. Εκεί κάποιο ανθρώπινο χέρι ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιος ασβός ή κανένας μερακλής σκίουρος θα με καταβρόχθιζε με βουλιμία. Μέχρι τότε όμως θα βρίσκομαι κρεμασμένος από το κλαρί μου και θ’ αγναντεύω τον κάμπο με τις καστανιές, τις καρυδιές και τις κερασιές.
Είμαι ολότελα παραδομένος σε τούτη τη σκέψη έτσι που να μην μπορώ να σκεφτώ ότι τελικά όλα αυτά είναι ψεύτικα. Προχθές που περπατούσα από τη δουλειά προς το σπίτι αφηρημένος ένιωσα στο χέρι μου ένα δυνατό πόνο όπως όταν σε τρυπάνε πολλές καρφίτσες μαζί. Δεν έδωσα σημασία. Όταν όμως έφτασα στο σπίτι παρατήρησα ότι το δεξί μου χέρι ήταν κατακόκκινο και μικρές-μικρές τρυπούλες υπήρχαν παντού στην παλάμη μου. Σαν να είχα σφίξει στη γροθιά μου αχινό ή κάτι τέτοιο.
Στο φαρμακείο που πήγα μου έδωσαν μιαν αλοιφή που έκανε τον πόνο να υποχωρήσει αμέσως. Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω σε κανέναν το συμβάν αυτό. Μόνο όταν το κεφάλι μου άρχισε ν’ αναδύει μια περίεργη μυρωδιά χώματος και νοτισμένων φύλλων, μια αίσθηση που έχεις όταν περπατάς σε πυκνό δάσος από καστανιές, μόνο τότε άρχισα να καταλαβαίνω τι μου συνέβαινε.
Ήταν γεγονός, δεν ήξερα αν ήταν όμως οριστικό και αμετάκλητο. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι εγώ δεν είμαι πια εγώ όπως με γνώριζαν οι φίλοι μου μέχρι σήμερα αλλά τώρα πια ήμουν… δυσκολεύομαι να το παραδεχθώ αλλά ναι ήταν αλήθεια, αυτή η μυρωδιά που έβγαινε από το κεφάλι μου και κυρίως η φαγούρα που άρχισα να νιώθω σε όλο μου το σώμα… ήμουν τώρα πια βέβαιος ότι είχα μεταμορφωθεί σε ένα ζουμερό ώριμο και μεγάλο ΚΑΣΤΑΝΟ.
Ό,τι είχε ξεκινήσει σαν μια αθώα ίσως και τρελή σκέψη στην αρχή, ίσως τώρα μου μετέβαλε τη ζωή σε εφιάλτη. Το περίεργο ήταν ότι οι άλλοι δεν έβλεπαν αυτήν την αλλαγή. Όλα εκείνα τα μικρά αγκαθάκια με τις απειλητικές μυτούλες τους δε φόβιζαν κανέναν όταν περπατούσα στο δρόμο. Δε με κοιτούσε επίσης κανένας περίεργα. Όλοι μου χαμογελούσαν και με χαιρετούσαν χωρίς το παραμικρό σχόλιο. Όσο και να έψαχνα στο βάθος του βλέμματός τους δεν έβλεπα τίποτε. Δε μπορούσα να εξηγήσω τι μου συνέβαινε, όμως με τον καιρό δεν άργησα να αποδεχτώ τη νέα μου οντότητα. Στο κάτω-κάτω αν δεν ενοχλούσα κανέναν με την ιδιαιτερότητά μου γιατί ν’ ανησυχώ. Ο καιρός περνούσε και τίποτε δεν έδειχνε να μου ταράζει το νέο κόσμο. Αυτή η τέλεια αίσθηση ότι εσύ δεν είσαι πια εσύ εδώ και καιρό. Ότι κρέμεσαι από ένα δέντρο και ο άνεμος σε λικνίζει με το φουρφουρητό του, μου είχε αλλάξει όλη τη ζωή. Αισθανόμουν ανάλαφρος τα βράδια, κοιμόμουν καλύτερα και έβλεπα απίθανα όνειρα.
Εκτός από εκείνο το μεσημέρι που αποκοιμισμένος είδα στον ύπνο μου ότι μια παγωμένη καταιγίδα με είχε μουσκέψει ολότελα και έστεκα τώρα βαρύς έχοντας αλλάξει χρώμα πάνω στο κλαρί μου. Το σκληρό περίβλημά μου έχασκε ανοικτό. Άκουγα το θόρυβο καθώς έσκαγε και από μέσα μου ξεπρόβαλαν δυο μεγάλα καφέ σκούρα κάστανα. Μια αίσθηση σαν να έχεις έναν πόνο και κάποιο μαγικό χέρι σε αγγίζει και αυτός ο πόνος φεύγει, έτσι ένιωθα καθώς οι δύο μεγάλοι χοντροί καρποί έπεφταν στο έδαφος μαζί με το κουρασμένο μισοσαπισμένο κέλυφος.
Αυτό ήταν, η μικρή μου περιπλάνηση είχε λάβει τέλος, η ζωή μου ξαναπήρε τους παλιούς της ρυθμούς. Η μυρωδιά χάθηκε, τα αγκάθια μου εξαφανίστηκαν και φυσικά ξαναέχασα τον ύπνο μου, μαζί με τη γλυκιά αίσθηση ότι κρέμομαι από το κλαρί μου και ο άνεμος με χαϊδεύει με το φουρφουρητό του άγγιγμα.
Δεν μπόρεσα να εξηγήσω ποτέ σε κανέναν τι μου συνέβη, το μόνο σίγουρο είναι ότι ακόμη κι εσείς που διαβάζετε αυτές τις γραμμές δε θα με πιστεύετε. Ίσως να σκεφτείτε ότι αυτά δεν είναι λόγια λογικού ανθρώπου. Εγώ όμως ξέρω τι έζησα, τι υπήρξα για λίγους μήνες. Ξέρω ότι για λίγο δεν ήμουν εγώ αλλά κάτι άλλο και ζω με την ελπίδα ότι ο καρπός που γέννησα θα έχει καλύτερη τύχη από εμένα.


8-9-01
Μεσοράχη Αρκαδίας