Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

"Απόγευμα στη πλατεία" (Χάρη Κανάκη)




Στεγνώσανε τα λόγια μας γιατί και
ο ιδρώτας στο μέτωπό μας στέρεψε.
Οι εξηγήσεις που δώσαμε δεν ήταν αρκετές
και τα φουγάρα σώπασαν εδώ και καιρό.
Τώρα κουστουμαρισμένοι και διοπτροφόροι
κύριοι μας παρακολουθούν πίσω από την
“Ναυτεμπορική” και την “Ημερησία” πίνοντας
freddo και κάνοντας τα γλυκά μάτια
στις ξανθιές γκαρσόνες.
Το μόνο που μας μένει είναι να βρούμε
κι εμείς μια φτηνή δικαιολογία
και να στρογγυλοκάτσουμε στις καρέκλες
του σκηνοθέτη της απέναντι καφετέριας
πιο βαθιά, πιο βαθιά, τόσο που να
είναι αδύνατο πια να σηκωθούμε από εκεί.
Και έτσι ανήμποροι πια να παρατηρούμε γύρω μας
την κίνηση και να ξεθωριάζουμε.


1-6-04

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Τσάρλς Μπωντλαίρ, "ο καταραμένος ποιητής".


Στις 9 Απριλίου του 1821 γεννήθηκε ο Γάλλος ποιητής, μεταφραστής και κριτικός τέχνης, Charles Baudelaire. Το έργο του ποιητή της θρυλικής συλλογής Τα άνθη του κακού είχε τεράστιο αντίκτυπο στον γαλλικό συμβολισμό.

Επιπλέον, ο Baudelaire υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου του Edgar Allan Poe στη Γηραιά Ήπειρο, το οποίο και διαδόθηκε σε αυτή τη μεριά του πλανήτη χάρη στις μεταφράσεις του «καταραμένου ποιητή», όπως αποκαλείται.

Ο Baudelaire για ορισμένους αποτελεί την κριτική και τη σύνθεση του ίδιου του Ρομαντισμού, για άλλους είναι ο θεμελιωτής του συμβολισμού και για άλλους, αμφότερα. Ο Baudelaire θεωρείται επίσης ο πατέρας του πνεύματος της παρακμής με στόχο τον σκανδαλισμό της αστικής τάξης.

Όλοι πάντως συμφωνούν στο ότι το έργο του άνοιξε το δρόμο για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση. Με επιρροές όπως οι Théophile Gautier, Joseph de Maistre (για τον οποίο είπε ότι του έμαθε να σκέφτεται) και τον Edgar Allan Poe, με τη μετάφραση του έργου του οποίου ασχολήθηκε εκτενώς, τον «ποιητή-ζωγράφο» Eugène Delacroix και τον Édouard Manet, ο ποιητής κατόρθωσε να συνυφάνει στο έργο του την ομορφιά και την σατανική κακία, τη βία και την ηδονή, τη φρίκη και την έκσταση, τη μελαγχολία και το σκοτεινό χιούμορ, τη νοσταλγία και την αίσθηση της κατάρας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος.

«Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία», εξήγησε ο ίδιος για τις πλάνες του ρεαλισμού.

Περιγράφοντας τον Ρομαντισμό, είπε: «Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο».

Επιπλέον, ο Baudelaire αρθρώνει την θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».

Το γνωστότερο έργο του σήμερα είναι τα Άνθη του Κακού, μια συλλογή η οποία όταν κυκλοφόρησε, το 1857, προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις που ο Baudelaire καταδικάστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς, και έξι από τα ποιήματα του απαγορεύτηκαν.

Μάλιστα, σύμφωνα με το tvxs.gr, η εφημερίδα Le Figaro έγραφε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του Κου Baudelaire. Όμως ορισμένα άλλα δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα—για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».

Σήμερα, ο Baudelaire συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ποιητών της Γαλλίας αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, με το όνομά του να βρίσκεται μεταξύ των Κλασικών. «Ο Baudelaire είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός» είπε γι’ αυτόν ο νεαρός Rimbaud ενώ χαρακτηρίστηκε «Δάντης μιας παρηκμασμένης εποχής».

Ο Baudelaire πέθανε στις 31 Αυγούστου του 1867, σε ηλικία 46 ετών.

Πηγή: tsantiri.gr

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Λόρδος Βύρων, ποιητής-φιλέλλην.


Ο Λορντ Μπάιρον, ή και εξελληνισμένα Λόρδος Γεώργιος-Γκόρντον Βύρων, ήταν Άγγλος ποιητής, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρομαντισμού και σπουδαίος φιλέλληνας.

Γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 22 Ιανουαρίου 1788 και ήταν γιος του πλοιάρχου του αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού, Τζον Μπάιρον, και της δεύτερης συζύγου του, Κατερίνας. Ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια, εκ της μητέρας του, το γένος Γκόρντον, που ήταν απόγονος του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου του 3ου, πλην, όμως, όταν γεννήθηκε οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει.

Ο μεν πατέρας του είχε διαφύγει στη Γαλλία λόγω χρεών, η δε μητέρα του ξόδεψε μεγάλο μέρος της δικής της περιουσίας για την αποπληρωμή των χρεών. Ο Λόρδος Βύρων γεννήθηκε χωλός (στη δεξιά κνήμη) και τα πρώτα χρόνια διέμενε με την μητέρα του στην περιοχή Άμπερτ, μάλλον φτωχικά, όπου και έμαθε και τα πρώτα του γράμματα.

Στις 19 Μαΐου του 1798 πέθανε ένας θείος του, από τη μητέρα του, ο οποίος του κληροδότησε όλη την περιουσία και τον τίτλο του 9ου Λόρδου της οικογένειας. Έτσι, η ζωή του από τότε άλλαξε. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, αποκτώντας πολύ καλή μόρφωση. Ήταν χαρακτήρας ανήσυχος, παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Έτσι, ξεκίνησε περιοδείες και περιπλανήσεις στη νότια Ευρώπη (Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία).

Κατά τη διάρκεια, της παραμονής του στην Αθήνα ερωτεύτηκε παράφορα την Θηρεσία, κόρη του Άγγλου προξένου Θεοδώρου Μακρή, στην οποία αφιέρωσε και το ποίημά του «Κόρη των Αθηνών» (1809).

Το 1812 εκφώνησε λόγο στη Βουλή των Λόρδων και δημοσίευσε το έργο του «Τσάιλντ Χάρολντ», το οποίο τον έκανε διάσημο. Ο χωρισμός του από τη σύζυγό του, Άννα Ισαβέλλα Μίλμπαγκ, προκάλεσε σκάνδαλο και έντονες συζητήσεις για ομοφυλοφιλικές του τάσεις, πράγμα που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Αγγλία το 1816. Στην αρχή, εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και μετά στην Ιταλία, όπου υποστήριξε ενεργά το φιλελεύθερο κίνημα των Ιταλών πατριωτών.

Το 1823 κατευθύνεται, ύστερα από παρότρυνση των Άγγλων κεφαλαιούχων, που ενδιαφέρονταν για σύναψη δανείων με την ελληνική κυβέρνηση, προς την Ελλάδα, σταματώντας στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για έξι μήνες στην οικία του κόμη Δελαδέτσιμα, φίλου του Μαυροκορδάτου.

Τελικά, αν και αρχικός προορισμός του ήταν ο Μοριάς, εγκαθίσταται στο Μεσολόγγι, όπου έρχεται σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον οποίο και υποστηρίζει οικονομικά. Εν τω μεταξύ, έχει σχηματίσει ιδιωτικό στρατό από 40 Σουλιώτες, υπό τους Δράκο, Τζαβέλλα και Φωτομάρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν από τους πρώτους που συνειδητοποίησαν τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε η σύναψη δανείου στην περίπτωση που αυτό χρησιμοποιείτο όχι για εθνικούς σκοπούς, αλλά για πολιτικές διαμάχες.

Απεβίωσε στις 07 Απριλίου του 1824 ύστερα από πυρετό. Το πένθος για τον θάνατό του ήταν γενικό και ο Διονύσιος Σολωμός συνέθεσε μακρά ωδή στη μνήμη του. Η καρδιά του ενταφιάστηκε στο Μεσολόγγι.

Προς εκδήλωση του πένθους στο Μεσολόγγι ρίχτηκαν 37 κανονιοβολισμοί από την ανατολή του ηλίου και μία κάθε λεπτό.

Από τα έργα του τα πιο γνωστά είναι:
«Τσάιλντ Χάρολντ»
«Δον Ζουάν»
«Μάνφρεντ»

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

"ΑΛΛΙΩΣ ΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ…"(του Χάρρυ Κλύνν)




Τα αγράμματα βουλευτάκια της δεκάρας που σαλιαρίζουν στα τηλεοπτικά παράθυρα των βοθροκάναλων, υπερθεματίζοντας υπέρ του μνημονίου και του ευρώ, δεν μπόρεσαν ούτε και θα μπορέσουν ποτέ να κατανοήσουν το μέγεθος της καταστροφής που έχει επέλθει με την παρουσία των δύο «μεγάλων κομμάτων» ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στη «διακυβέρνηση» της χώρας.
Ανάπτυξη στην Ελλάδα ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ, το αγνοούν φυσικά οι Γερμανοτσολιάδες και οι Αμερικανοασφαλίτες ή θέλουν να θεωρούν ανάπτυξη τα εξωφρενικά εξωτερικά δάνεια, τις περίεργες σχέσεις του κράτους με τους ντόπιους και ξένους «νταβατζήδες», τα πάρε δώσε με τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις και τραπεζικά «αεροπλανικά κόλπα»
Σε ένα κράτος διαλυμένο, με μια διοίκηση στρεβλή και διεφθαρμένη μέχρι το κόκκαλο, είναι αστείο να μιλάμε για ανταγωνιστικότητα. Σε λίγο, όσον αφορά στην ανταγωνιστικότητα, δε θα μπορούμε ούτε με τους Βαλκάνιους γείτονές μας να συγκριθούμε!
Σε μια Ευρώπη «Γερμανικής κατοχής» που το νόημα της Ευρωπαϊκής ιδέας έχει καταντήσει ανέκδοτο, η μόνη διέξοδος που διαφαίνεται για τη χώρα μας είναι η φτώχεια και φτώχεια με ξένο νόμισμα είναι σκλαβιά, «ΣΚΛΑΒΙΑ ΔΥΣΒΑΣΤΑΚΗ» που δίπλα της η Οθωμανική θα φαντάζει «ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ!»
Μοιραία η Ελλάδα, εξάλλου το έχουν εξαγγείλει κιόλας τα τοκογλυφικά επιτροπεία, οδηγείται με ταχείς ρυθμούς στη φτωχοποίηση (μισθοί Βουλγαρίας, ανύπαρκτες συντάξεις, κουτσή παιδεία, υγεία τριτοκοσμική, κάτω από το όριο της φτώχειας το 90% του πληθυσμού και μόνιμη ανεργία εφιαλτικού ύψους)
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ, ΗΛΙΘΙΟΙ!
Όσο πιο γρήγορα απαλλαγούμε από το βραχνά της Ευρωζώνης και τον θανάσιμο εναγκαλισμό των τοκογλύφων της νέας τάξης…
Όσο πιο γρήγορα αποτινάξουμε του «ζυγό» των κομμάτων της Εθνικής καταστροφής ΠΑΣΟΚ και ΝΔ…
Τόσο πιο βάσιμα μπορούμε και να ελπίζουμε στο θαύμα της Ελληνικής Αναγέννησης…
ΑΛΛΙΩΣ ΑΣ ΣΚΥΨΟΥΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ…

"Ένας Θεός πάνω απ’ τ’ άδικο" ( Απόστολος Φ. Μάνθος, Διδάκτωρ Νομικής)




Κάποιος σοφός κατεβαίνει στον έρμο τούτο κόσμο και το δάκρυ του, σέρνοντας την ανάσα του, συλλογιέται με παράπονο πικρό και μαράζι: «Τι είναι, ορέ σημαδεμένε τούτου του καιρού, χειρότερο; Να σε βάνουν στο κλουβί, με κοντοβράκι και μια τρύπια σημαία, να χαιρετάς δοτές κομπανίες και εραστές αργυραμοιβούς, να σε δικάζουν σαν κακούργο σε μια δίκη στημένη από τα πριν, να σε τιμωρούν με γρυλίσματα σκύλων που ξυπνούν τη νύχτα και διψούν, να σε σεργιανίζουν σε ράφτρες λάγνες που θωρούν την κοψιά σου και σου κανονίζουν κοστούμι ξένο, πετρωμένο, να σου στραγγίζουν τη ζωή που αιμορραγεί, να ματώνουν τον ήλιο σου με υποσχέσεις και υποκριτικές παρηγοριές ή μήπως, με τρόμο και κραυγές, να προσπαθούν να σε πείσουν να αναστενάζεις από ευτυχία και ανακούφιση για όλα αυτά που μαρτυρείς»;
Πλάι του στεκόταν ο ποιητής, ραψωδός της «αθανασίας». Αυτόν τον τρέφει η λεβεντιά και ξεδιψά με χυμούς από τον καρπό της δικαιοσύνης. Θωρεί τη θάλασσα, τον κάμπο, τον ουρανό, τη γη και με τρανή φωνή διαλαλεί: «Αφεντάδες, εργάτες, δικαστές, αστυνόμοι, κουβαλητές, γέροντες και νέοι, μήτε να σε βάνουν σε κλουβί μήτε να σε δικάζουν μήτε να σε τιμωρούν μήτε να σε σεργιανίζουν μήτε να σε ράβουν μήτε να σε στραγγίζουν μήτε να σε ματώνουν είναι χειρότερο. Χειρότερο είναι, ορέ σημαδεμένε τούτου του καιρού, να μην τολμούν τα χείλη σου να ρωτήσουν για τη χαμένη ελπίδα. Χειρότερο είναι μονάχα άλλοι να ρωτούν για την ελπίδα. Χειρότερο είναι να αλλάζεις τα πανιά, να φυσήξει ο άνεμος, μήπως και σκολάσει το πανηγύρι των αργυραμοιβών, και το καράβι, πανάθεμά το, στεριωμένο στο βουνό να σε περιγελά με σκώμματα και περικαλλή επιφωνήματα».
Σαν είπαν αυτά, βαρύς αχός ακούστηκε κι η γη ξέρασε μαύρο δάκρυ. Το χώμα νότισε και ακούστηκε φωνή να παρακαλεί: «Προφήτη από γενιά αρχοντική, πες μας για τ’ άδικο του κόσμου τούτου. Θ’ αλλάξουν οι καιροί;».
Κι ο προφήτης, λυπημένος, αγροικάει το μοιρολόι και μονολογεί: «Κάθε αυγή σηκώνω το δίκιο από τη λάσπη, να θεριέψει, να αγκαλιάσει τις ψυχές και να τις μεθύσει με χατίρια και ευχές. Και κάθε σούρουπο, να το, πάλι εκεί, γυρίζει από δω κι από κει κι ούτε ένας δεν βρίσκεται να το παγιδέψει, να το κάνει στεφάνι και να το προσφέρει στον γέρο που σέρνεται ζητιάνος στο μεσοστράτι, στη μάνα που σπαράζει, γιατί το παιδί της κηρύχτηκε αποστάτης, στον νέο που μαζεύει το νερό σε τρύπιο ασκέρι, στην νέα που αρμέγει γέρικες καμήλες για να παραδώσει το γάλα στον αγά».
Κι η φωνή του απαντά: «Κι ο γέρος κι η μάνα κι ο νιος κι η νια εμένα συλλογιένται, τη μάνα γη. Γι’ αυτό κι εγώ, με δυόσμο και βασιλικό θέλω να τους τρέφω, με τη βροχή να τους δροσίζω και με τον ήλιο να τους χαρίζω ελπίδα και δικαιοσύνη. Μα, αλλοίμονο! Τούτος ο κόσμος με φωτιά και μαχαίρι προχωρεί. Αχ και να μπορούσα να τους δείξω πέρα απ’ τα σύννεφα! Η καρδιά δεν είναι παλιοσίδερα ούτε η ψυχή στάχτες και αποκαΐδια. Τις τριγυρίζουν όμως φάλαγγες και λεγεώνες που πολεμούν με λεοντές φτιασιδωμένες από «αθώες» προβιές. Στ’ αλήθεια, προφήτη, πώς έγινε και γύρισε η ζωή; Ο κόσμος τούτος δεν ακούει ούτε έναν ποιητή».
Κι ο προφήτης, κρεμασμένος στην άκρη του πιο ψηλού βουνού, αγναντεύοντας τ’ άδικο του κόσμου τούτου, λέγει: «Τι κλαις κι αναστενάζεις; Μήπως τ’ άδικο πολεμιέται με τ’ άδικο; Η υπερηφάνεια με την έπαρση; Η πλάνη με νέα πλάνη; Η πλεονεξία με μεγαλύτερη πλεονεξία; Η δικαιοσύνη θέλει φλόγα που δεν τρέμει, θέλει αφορμές δεμένες στα κελεύσματα των καιρών, θέλει τον Οδυσσέα δεμένο σε κατάρτι να ακούει όμως τις Σειρήνες και να αντιστέκεται σ’ αυτές, θέλει αγάπη φλογισμένη, θέλει το «εμείς» και όχι το «εγώ», θέλει οπαδούς που επιλέγουν τους κυβερνήτες με νου και σωφροσύνη και προπαντός χωρίς η λήθη των οπαδών να τους οδηγεί στη μωρία και την αφέλεια. Η δικαιοσύνη θέλει το πνεύμα να υψωθεί στα σύννεφα, να γνέψει στον μαύρο μάγκα των καιρών με διάθεση τιμωρητική, να γαληνέψει με την αστραπή και τον κεραυνό τις ανησυχίες του και να μη λησμονήσει ποτέ μα ποτέ ότι τον τελευταίο λόγο τον έχει αυτό και μόνο αυτό, το πνεύμα που υψώνεται στα σύννεφα: Ένας Θεός πάνω απ’ τ’ άδικο!».


Έχοντας την ακράδαντη πίστη ότι οι εκλογές που έρχονται είναι οι κρισιμότερες της μεταπολίτευσης,
Απόστολος Φ. Μάνθος, Διδάκτωρ Νομικής