Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

"Η μυστική παπαρούνα" - Στρατής Μυριβήλης



Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.
Μου 'ρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σαν μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγγαρόφωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει σε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτε. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προ

στατεύει σαν ασημί σκοτάδι.
Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ' αφήσαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.
Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ' ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Έτσι λένε κάτι σακιά μεγάλα με χώμα που μ' αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ' εδώ χρόνον – καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από τα νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα 'καψε. Τραβώ το δάχτυλο μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα-κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Άλλα πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρησμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ' άλλο.
Από δω το θέαμα θα 'ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.
Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.
Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.
Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.
Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια αναπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:
- Καληνύχτα... καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη.
Γύρισα γρήγορα στ' αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία... Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ' αφουγκράζουμαι. Είναι ένα παιδιάστικο τραγούδι:
Φεγγαράκι μου λαμπρό...

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

"Αιθεροβάμονες;" Editorial: «ΠΟΛΥΤΟΝΟν» Τεύχος. 55

      


 Κυκλοφόρησε το 55ο τεύχος του περιοδικού ΠΟΛΥΤΟΝΟν με το οποίο συμπληρώνονται 9 χρόνια κυκλοφορίας, αναζητήστε το. Αναδημοσιεύω το Editorial που το συνοδεύει, ένα όμορφο κείμενο. Στη φωτογραφία το πρώτο εξώφυλλο του περιοδικού όταν ακόμη λεγόταν "ΑΝΤΙΦΩΝΟν"

Οι σκέψεις που κάναμε αποφασίζοντας για το εξώφυλλο του τεύχους που κρατάτε στα χέρια σας, ήταν πολλές.
Με ποιο τρόπο να περιγράψουμε καλύτερα αυτά τα εννέα χρόνια; Γυρνάμε νοερά πίσω, σε εκείνο το «Αντίφωνον» νούμερο ένα και στη μοναχική νεαρή τσελίστα του εξωφύλλου.
Όταν την άνοιξη του 2003 μαζευτήκαμε στο γνωστό ταβερνάκι του Ηλία και αποφασίζαμε - με μία ισχυρότατη δόση βολονταρισμού - να φτιάξουμε «ένα περιοδικό για την Ένωση», διαθέταμε μεγάλη αισιοδοξία, αλλά ελάχιστη επίγνωση των δυσκολιών.
Κατά τη διάρκεια των εννέα αυτών χρόνων που το περιοδικό από Αντίφωνον έγινε Πολύτονον, περισσότεροι ξεκίνησαν μαζί του, μερικοί έφυγαν, καινούργιοι ήρθαν και πολλοί έγιναν μόνιμοι και πολύτιμοι συνεργάτες που μοιράζονται κάθε δίμηνο τις αγωνίες μας, αλλά και την ανακούφισή μας, όταν «όλα βαίνουν καλώς».
Σιγά - σιγά όλα αυτά τα χρόνια κερδίσαμε πολύτιμους υποστηρικτές σε όλους τους χώρους, ανθρώπους που μας πίστεψαν, μας συμβούλεψαν, αλλά και μερικές φορές μας προστάτεψαν, από ιδιόμορφες κακοτοπιές.
Ανθρώπους που συνεχώς μας προτρέπουν να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που πιστεύουμε και αγαπάμε.
Φτάνοντας όμως στο σήμερα, σε αυτό το έντονα μεταβαλλόμενο και ανήσυχο περιβάλλον, πήγε το μυαλό μας στους πολύχρωμους ιπτάμενους βιολιστές του Marc Chagall που παίζουν βιολί πατώντας στο πουθενά, στους φλαουτίστες που χοροπηδάνε μέσα σε σύννεφα και στο «Βιολιστή στη Στέγη», που σκαρφαλωμένος τσουγρανάει το βιολάκι του προσπαθώντας να μην πέσει και σπάσει το σβέρκο του.
Και επειδή χρειαζόμαστε ισχυρό αντίβαρο, τελικά επιλέξαμε τον «ναΐφ»λαϊκό βιολιστή.
Σε κοιτάζει κατ’ ευθείαν στα μάτια.
Πατάει καλά στη γη.
Και θα παίξει για σένα, ωραία μουσική.
Όπως οι μουσικοί, που ύστερα από την πρόβα της ορχήστρας ή τη διδασκαλία στο ωδείο, μαζεύονται και φτιάχνουν σύνολα μουσικής δωματίου.
Όπως οι συνθέτες, που εξακολουθούν να γράφουν με πάθος το έργο που μπορεί να παιχτεί μετά από τέσσερα ή έξι χρόνια.
Όπως οι  δάσκαλοι, που συνεχίζουν να μαθαίνουν στα παιδιά κάτι περισσότερο από «νότες».
Όπως αυτοί, που στήνουν μικρά φεστιβάλ ή συναυλίες, και συντηρούν χώρους (ποιος ξέρει πως...), για να τους παραχωρούν σε όλους εμάς.
Όλοι μαζί, με χώρο συνάντησης αυτές τις σελίδες!
Εμείς, για τους οποίους η μουσική είναι τρόπος ζωής και αγαπημένο επάγγελμα, και εσείς, για τους οποίους είναι μία ουσιαστική ανάγκη.

Η συντακτική ομάδα του περιοδικού 
 

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Εξόδιος λόγος εις μνήμην Ευαγγελίας Κανάκη (της Αφροδίτης Κανέλλη)



                                                                                        
                                                              Εξόδιος Λόγος  
                               Κοιμητήριο Ν. Φιλαδέλφειας, Δευτέρα  5 /11/2012
                                              εις μνήμην   Ευαγγελίας  Κανάκη.

        Εκπροσωπώντας τους μαθητές πιάνου της δασκάλας, όλων των δεκαετιών απευθύνω τον ύστατον λόγο, έναν λόγο ευχαριστίας. Ευαγγελία  Κανάκη! Η δασκάλα μας  , η δασκαλίτσα μου.
Ο κόσμος της ,η μουσική. Η ζωή της ,η μουσική . Οι μαθητές της ,η χαρά της .
Αγαπούσε τα παιδιά ,ζούσε με τα παιδιά, τρεφόταν από τα παιδιά , γιατί και η ίδια ήταν στο βάθος παιδί.
Γλυκιά μα και αυστηρή, σαν την γλυκόπικρη μυρωδάτη και  καυτερή κανέλα.
Ο λόγος της καθαρός επαινετικός μα και επικριτικός, όταν έπρεπε.
Δεν υπήρχε χώρος για τους τεμπέληδες ! Οι συναυλίες των παιδιών η χαρά της, το καλύτερό της η ετοιμασία, οι πρόβες η μέριμνά της τόσο για το μουσικό μέρος όσο και για την όλη μας εμφάνιση και παρουσία .
 Η δασκάλα ήταν ένα δένδρο καρποφόρο μεγάλο και δυνατό σαν και εκείνα τα γιγάντια δένδρα του παραδείσου.Οι ρίζες της δυνατές ,το θεληματικό της ,η βούλησή της ο κορμός της, στέρεος  και ακλόνητος  να αντέχει τις δυσκολίες, τους ανέμους,  τις καταιγίδες.  Το συναισθηματικό σώμα της,
τα κλαδιά της, η φυλλωσιά της, ο πνευματικός της κόσμος η δημιουργικότητά της, οι καρποί της και ιδιαίτερα ο κατά σάρκα καρπός της, το παιδί της ο Χάρης  της που ακολούθησε τα μουσικά της χνάρια.
Κάτω από την ευσκιόφυλλη  σκιά της εμείς οι μαθητές της  απλώναμε το χέρι και αρπάζαμε τους καρπούς της μύησης της μουσικής και όχι μόνο.
Έφυγε ξαφνικά όμως ανώδυνα ,ανεπαίσχυντα και ειρηνικά όπως το ευχόταν. 
Ένας κύκλος ζωής συμπληρωμένος και  ολοκληρωμένος με την χαρά της νιόφερτης εγγονής  , το καρπό του Χάρη και της Ελένης.
Η δασκάλα σήμερα , τώρα  μπροστά  μας κοιμάταιμετέβη στην αντίπερα όχθη των κεκοιμημένων στον κόσμο της αρμονίας, που εν ζωή εδίδαξε,  στον κόσμο  της μακαριότητας περιμένοντας την ανάστασή της , τον Κύριο.
                          
Αιωνία σου η μνήμη αγαπημένη δασκάλα μας. Ας είναι ελαφρύ  το χώμα της μάνας Γης της μεγάλης Μητέρας που θα σε σκεπάσει με αγάπη και περίθαλψη. Σ’αγαπούμε δασκάλα, θα μένεις ζωντανή στην σκέψη μας ,στη μνήμη μας και στις προσευχές μας .

                                                      Καλό σου ταξίδι
                                                      Καλό κατευόδιο.
                                                                                          
                                                       Η μαθήτριά σου
                                                    Αφροδίτη Κανέλλη
                                          Mezzo soprano, Φυσιοθεραπεύτρια

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Επίθεση αράχνης απαθανατίστηκε σε κεχριμπάρι !

Ουάσινγκτον
Πριν από 100 εκατομμύρια χρόνια, μια αράχνη ετοιμαζόταν να απολαύσει το γεύμα της, μια μικρή σφήκα που πάλευε να απελευθερωθεί από τον ιστό της. Δεν πρόλαβε όμως να την αρπάξει: μια σταγόνα ρετσίνι έπεσε από ένα δέντρο και παγίδευσε τα δύο έντομα σε μια σκηνή κυνηγιού παγωμένη στο χρόνο.

Το εντυπωσιακό εύρημα, από την περιοχή Χουκουάνγκ της σημερινής Μιανμάρ, είναι το μόνο γνωστό δείγμα αράχνης που παγιδεύεται μαζί με το θύμα της την ώρα της επίθεσης, αναφέρουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση Historical Biology.

Mέσα στο κεχριμπάρι διακρίνονται ακόμα και οι ίνες μεταξιού πάνω στις οποίες έχει κολλήσει το άτυχο έντομο. Η σφήκα έχει στραμμένο το κεφάλι προς τον επίδοξο δολοφόνο της και μοιάζει να τον κοιτά έντρομη για μια αιωνιότητα.
Από το in.gr

Ο ΣΟΛΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ

Οταν ο Σόλων (ο μέγας νομοθέτης) αισθάνθηκε ότι ο Πεισίστρατος (ο οποίος ήταν συγγενής του) είχε σκοπό να αναλάβει την εξουσία και να εφαρμόσει τυραννία στην Αθήνα, προκειμένου να ξυπνήσει τους Αθηναίους και να ματαιώσει τα σχέδια του Πεισίστρατου, πήρε το δόρυ και την ασπίδα του και όρμησε στη συνέλευση του Δήμου.

Κράτώντας το δόρυ και την ασπίδα, προειδοποίησε τους πολίτες για τα σχέδια του Πεισίστρατου και δήλωσε ότι ο ίδιος προτίθετο να σταθεί στο πλευρό της πόλης, λέγοντας αυτά τα λόγια:


"Αθηναίοι, από άλλους σας είμαι σοφότερος και από άλλους σας πιο γενναίος.  Σοφότερος από αυτούς που δεν αντιλαμβάνονται την απάτη του Πεισίστρατου και πιο γενναίος από αυτούς που ενώ το ξέρουν, σιωπούν από φόβο".

Και τα μέλη της Βουλής που ήταν με το μέρος του Πεισίστρατου, έλεγαν πως ο Σόλωνας είναι τρελός.

Ο Πεισίστρατος τελικά έγινε τύραννος και ο Σόλων αυτό-εξορίστηκε, φιλοξενούμενος στην αυλή του Κροίσου. Από την εξορία του, έγραψε στους Αθηναίους τα εξής:

Από δική σας δειλία κι αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες
όχι μομφές στους Θεούς. δεν είναι φταίχτες.
εσείς οι ίδιοι αρματώσατε τούτους εδώ και τους τρανέψατε τόσο.
έτσι απ' αυτά, στην πικρή πέσατε τώρα σκλαβιά.

Ίδια αλεπού περπατάει πονηρά ο καθένας σας χώρια,
μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά
οι γαλιφιές σας πλανεύουν και δίνετε πίστη στα λόγια,
όμως καμιά προσοχή στα έργα δεν δίνετε εσείς.



ΘΑΛΑΜΟΦΥΛΑΚΑΣ  {http://thalamofilakas.blogspot.gr/2012/08/blog-post_4579.html}