Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Βιογραφικό Κικής Δημουλά (γραμμένο από την ίδια)


«Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει , αφού γραφτεί, να μείνει επ’ αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.

Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ’ έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα.

Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις, γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το «παιδί θαύμα». Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο «πρέπει να εργαστείς», και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια.

Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή Άθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης. Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι «γιαγιά». Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου. Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα.

Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ’ ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής.

Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου.»

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Για τη ζωή, Ναζίμ Χικμέτ (Τούρκος ποιητής και δραματουργός)




Η ζωή δεν είναι παίξε- γέλασε
πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά,
όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
δίχως απ' όξω κι από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δεν θα 'χεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.


Η ζωή δεν είναι παίξε- γέλασε
πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
τόσο μα τόσο σοβαρά
που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ' έναν τοίχο με τα χέρια σου δεμένα
ή μέσα στ' αργαστήρι
με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
θε να πεθάνεις για να ζήσουν οι ανθρώποι
οι ανθρώποι που ποτέ δεν θα 'χεις δει το πρόσωπό τους.
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
πως τίποτα πιο ωραίο, τίποτα πιο αληθινό
απ' τη ζωή δεν είναι.


Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
τόσο μα τόσο σοβαρά
που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου.
Μα έτσι γιατί τον θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
όσο κι αν τον φοβάσαι
μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Απόσπασμα από το "Παράπονο" του Οδυσσέα Ελύτη




Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
 
Μούτρα. Να αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
 
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σε εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
 
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
 
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
 
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
 
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει

Ένα σπάνιο κείμενο για τον Ιησού.

 
Αναφορά του διοικητή τής Ιουδαίας Publius Lentulus πρός τον Αυτοκράτορα Tiberius (42π.Χ-37μ.Χ) . TOP SECRET.

Μεγαλειότατε Καίσαρα, άκουσα ότι επιθυμείς να μάθεις αυτά που
σου γράφω για κάποιον άνθρωπο που είναι πολύ ενάρετος κι ονομάζεται Ιησούς Χριστός, τον οποίο ο λαός θεωρεί προφήτη, οι μαθητές του όμως τον θεωρούν θεό καί λένε ότι είναι Υιός του Θεού, δημιουργού του ουρανού και της γης κι όλων κι ότι βρίσκεται παντού. Είναι αλήθεια Καίσαρα ότι ακούγονται κάθε μέρα θαυμάσια πράγματα για τον άνθρωπο αυτόν.
Ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει αρρώστους με μια του λέξη.
Είναι άνδρας, μέτριου αναστήματος, όμορφος στην όψη και αρχοντικός ,ιδιαίτερα το πρόσωπο του, ώστε όσοι τον κοιτούν, τους προκαλεί αγάπη και σεβασμό.
Τα μαλλιά του είναι μέχρι τα αυτιά του και πίσω φτάνουν μέχρι τους ώμους, καστανά και λαμπερά, διαχωρίζονται κατά το έθιμο των Ναζωραίων.
Το μέτωπο του είναι καθαρό και γαλήνιο, το πρόσωπο του χωρίς σημάδια και ρυτίδες.
Η μύτη και τα χείλη του είναι κανονικότατα.
Τα γένια του είναι πυκνά, καστανά και μακριά, που χωρίζουν στη μέση.
Το βλέμμα του είναι σοβαρό και προκαλεί σεβασμό, είναι δε δυνατό σαν ακτίνα του ήλιου.
Όταν είναι αυστηρός, κανείς δεν μπορεί να τον ατενίσει κι όταν μαλώνει κάποιον, κλαίει…
Τα χέρια και τα μπράτσα του είναι όμορφα.
Όταν συνομιλεί τους ικανοποιεί όλους, δεν εμφανίζεται συχνά, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι μετριόφρων κι έχει το ωραιότερο παράστημα του κόσμου.
Είναι ωραίος, όπως κι η μητέρα του, η οποία είναι η ωραιότερη γυναίκα από όσες ποτέ φάνηκαν στα μέρη αυτά. Εάν όμως η Μεγαλειότητα σου Καίσαρα θέλει να τον δει, όπως μου είχες γράψει, πες το μου για να σου τον στείλω αμέσως.
Αν και ποτέ δεν έκανε σπουδές, ξέρει όμως κάβε επιστήμη.
Περπατάει ξυπόλητος και ασκεπής.
Πολλοί οταν τον βλέπουν γελάνε, αλλά όταν στέκονται μπροστά του τρέμουν και τον θαυμάζουν.
Λένε ότι ποτέ ξανά δεν έχει εμφανιστεί στα μέρη αυτά άνθρωπος σαν κι Αυτόν.
Επίσης λένε οι Εβραίοι ότι ποτέ δεν δόθηκαν συμβουλές ούτε κηρύχθηκε Διδασκαλία σαν την δική του, πολλοί δε από τους Ιουδαίους τον θεωρούν Θεό.
Άλλοι πάλι λένε ότι είναι εχθρός σου Καίσαρα.
Λένε επίσης ότι Αυτός ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον, αλλά αντίθετα πάντα έκανε το καλό.
Όλοι όσοι τον γνωρίζουν λένε ότι τους ευεργέτησε. Παρόλα αυτά Καίσαρα είμαι πρόθυμος να υπακούσω στην Μεγαλειότητα σου κι ό,τι με διατάξεις θα το κάνω.

Ιεροσολυμα
Ινδικτίωνος 7 σελήνης 11
Πούλβιος Λεόντουλος
Διοικητής Ιουδαίας.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Από το βιβλίο του Δημήτρη Αλικάκου: "Λιαντίνης – Έζησα έρημος και ισχυρός".


"Στο Μόναχο ο Λιαντίνης έφθασε με το τρένο τον Σεπτέμβριο του 1970. Στο σταθμό τον περίμενε ο Παναγιώτης Λαμπρόγιαννης, ένας παλιός συμμαθητής του από το Γυμνάσιο. Μετανάστης από το χωριό Βλαχιώτη της Λακωνίας που ζούσε στη Νυρεμβέργη και εργάζονταν σε φάμπρικα. Αν και του πρότεινε να τον φιλοξενήσει στο σπίτι του, ο Λιαντίνης αρνήθηκε και τις πρώτες μέρες έμεινε σε ένα φτηνό ξενοδοχείο και ταυτόχρονα έψαχνε για κάποιο δωμάτιο. Μία εβδομάδα κράτησε η έρευνά του, χωρίς αποτέλεσμα. Μετά το πήρε απόφαση.
Παναγιώτης Λαμπρόγιαννης: «Του είπα να μείνει στο σπίτι μου όσο ήθελε μέχρι να τον βοηθήσω να βρει ένα δικό του κατάλυμα. Του το είπα ξεκάθαρα, το σπίτι μου είναι και δικό σου σπίτι. Τον φιλοξένησα περίπου 15 μέρες. Ένα διπλό κρεβάτι είχαμε όλο κι όλο. Αυτό του δώσαμε να κοιμηθεί, και εγώ με την κυρά κοιμόμασταν κάτω στο πάτωμα».
Ο Δημήτρης με την βοήθεια του Λαμπρόγιαννη βρήκε σπίτι στο Μόναχο. Μια μικρή σοφίτα στην οδό Königsstrasse 45. Ένα μικρό δωμάτιο πέντε επί πέντε. Φεύγοντας από το σπίτι του Λαμπρόγιαννη θα φιλήσει αυτόν και την σύζυγό του και θα του πει: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι μου δώσατε το κρεβάτι σας να κοιμηθώ. Ποτέ». Και δεν ξέχασε όπως θα δούμε.
Στο Μόναχο θα έρθει αντιμέτωπος με μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ζωής του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είναι εκεί για ένα σκοπό, για να σπουδάσει. Αλλά δεν περίμενε ότι στην αρχή αυτής της νέας του ζωής θα έβρισκε τεράστια εμπόδια.
Εγγράφεται στο πανεπιστήμιο για να μάθει τη γλώσσα και ταυτόχρονα ψάχνει για δουλειά. Η μικρή σοφίτα γεμίζει από βιβλία. Τα χρήματα που έχει πάρει μαζί του από την Ελλάδα αρχίζουν να τελειώνουν. Οι μέρες περνούν, δουλειά δεν βρίσκει. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, εκείνη την εποχή ο Λιαντίνης πρέπει να έφθασε σε οριακό σημείο. Αρχίζει να πίνει ρακή. Τρώει πολύ λίγο, σχεδόν υποσιτίζεται, δεν έχει λεφτά.
Εκείνο τον καιρό θα γράψει στον αδελφό του τον Γιώργο που ζει και εργάζεται στον Καναδά, μερικές λέξεις απόγνωσης, μια κραυγή απελπισίας: «SOS. Δεν έχω λεφτά. Στείλε μου express».
Γιώργος: «Για να γράψει ο Δημήτρης, που ήταν περήφανος, αυτό το πράγμα σήμαινε ότι είχε πιάσει πάτο. Πήρα ένα φάκελο και έβαλα μέσα 500 δολλάρια».
Λίγο καιρό αργότερα θα ζητήσει και πάλι χρήματα από τον αδελφό του. Θα του στείλει 300 δολάρια. Τα έξοδα όμως είναι πολλά. Ενοίκιο, βιβλία, πανεπιστήμιο, φαγητό… τσιγάρα.
Όπως θυμάται ο Λαμπρόγιαννης, του έδωσε και εκείνος λεφτά βλέποντας την άσχημη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, «χωρίς να μου το ζητήσει», όπως λέει ο ίδιος. «Τα χρήματα μού τα επέστρεψε λίγους μήνες αργότερα. Μετάνιωσα που τα πήρα».
Σύμφωνα με τον Μιλτιάδη Κηρυκόπουλο «ο Δημήτρης τον πρώτο καιρό στην Γερμανία έφθασε να κάνει χειρονακτικές δουλειές. Υπέφερε πραγματικά».
Ναι υπέφερε. Απόδειξη γι’ αυτό, οι επιστολές που ακολουθούν, αλλά και ένα γράμμα προς την αγαπημένη του Αμαλία, περί τα τέλη Μαϊου του 1971. Ανάμεσα στα άλλα της γράφει:

"Στερούμαι το ψωμάκι για να αγοράσω βιβλία".

Κάτι λιγότερο από ένα χρόνο, ο μεταπτυχιακός φοιτητής θα ζήσει σε συνθήκες ανέχειας. Αλλά δεν θα το βάλει κάτω. Σε ένα τραπεζάκι, με μια λάμπα από πάνω του να φωτίζει, ο Δημήτρης μελέτησε τόσο όσο δεν είχε κάνει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Κοιμόταν λίγο, διάβαζε συνεχώς και έτρωγε όποτε είχε.

"Πάντα να τρως την ώρα που λησμόνησες ότι πεινάς" (Homo Educandus σελ. 115)

Η τύχη όμως θα του χαμογελάσει.
Λαμπρόγιαννης: «Είχα κάποιες γνωριμίες και τον βοήθησα να βρει δουλειά σε ένα ελληνικό γυμνάσιο στο Μόναχο».
Περί τα τέλη του ’71 οι συνθήκες ζωής του σιγά σιγά θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Ο Γιώργος όμως από τον Καναδά έχει το μυαλό του στον αδελφό του.
Γιώργος: «Χωρίς να μου το ζητήσει του έστειλα 200 δολάρια λέγοντάς του πως αυτά είναι κάτι σαν δώρο. Μετά από λίγες μέρες παίρνω ένα γράμμα του Μίμη (έτσι τον αποκαλούσαν φίλοι και συγγενείς) και μέσα τα χρήματα που του έστειλα. Απόρησα, μέχρι που διάβασα σε ένα μικρό χαρτί: "αδελφέ σε ευχαριστώ, αλλά δεν τα έχω πια ανάγκη"».
Είναι η ώρα να μιλήσουμε για την πικρή ιστορία του Λαμπρόγιαννη. Γυρνώντας απ’ την Γερμανία η ζωή του γύρισε την πλάτη. Το ’ριξε στο ποτό, έγινε αλκοολικός, κατάντησε ναυάγιο που λέμε. Ήταν εμφανές μιλώντας μαζί του. Όμως σαν πιάσαμε την κουβέντα για τον Μίμη άνοιξε το μυαλό του, φώτισε το πρόσωπό του. Και αφού τελειώσαμε τα της Γερμανίας έσκυψε το κεφάλι, τον πήραν τα δάκρυα. «Θα σου πω και κάτι άλλο βρε παλικάρι. Από το 1973 και μετά που ο Μίμης επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, λάμβανα κάθε μήνα επί 26 χρόνια ένα φάκελο. Μέσα πάντα είχε ένα χαρτάκι που έγραφε «δεν σε ξεχνώ ποτέ» και χρήματα, αρκετά χρήματα. Και πιο κάτω με συμβούλευε: «να πίνεις το κρασάκι σου, αλλά με ρέγουλα»."