Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο αγαπημένος μου Σούμπερτ. (του Auguste Corteau)


Σαν σήμερα γεννήθηκε ο αγαπημένος μου Σούμπερτ. Που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ανέστιος και πένης - στην κυριολεξία: τα τελευταία του χρόνια ζούσε σε σπίτια φίλων και συγγενών - που ως τον θάνατό του σε ηλικία 32 ετών πάλεψε μιαν άνιση μάχη με τη φτώχεια, την περιθωριοποίηση και τη σύφιλη, κι ωστόσο μέχρι την τελευταία στιγμή συνέχισε να συνθέτει το ένα αριστούργημα μετά το άλλο, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι τα μουσικά του διαμάντια δεν θα πρόφταινε να τα ακούσει ποτέ παιγμένα σε κάποια μεγάλη συναυλία, ή ακόμα κι ότι μπορεί να εξαφανίζονταν χωρίς το παραμικρό ίχνος. (Άλλωστε πολλά του έργα τα σκορπούσε απλόχερα από δω κι από κει, δωρίζοντάς τα σε φίλους και γνωστούς - ανάμεσά τους και την περίφημη 'Ημιτελή'). Δυο βδομάδες πριν το τέλος, αν και ήδη φτασμένος συνθέτης και πατέρας του σύγχρονου τραγουδιού, άρχισε μαθήματα αντίστιξης, θεωρώντας ότι καμιά τέχνη δεν είναι τόσο τέλεια ώστε να μη σηκώνει βελτίωση. Αν ο κόσμος της μουσικής και του πνεύματος είχε έναν άγιο, αυτός θα ήταν αναμφίβολα ο Σούμπερτ.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Ζητείται ελπίς! (του Χάρη Κανάκη)





   Tα σημάδια της σήψης και της παρακμής έχουν γίνει ανυπόφορα. Ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς μιλούν για εικόνες αθλιότητας μιας κοινωνίας που κατρακυλάει όλο και πιο χαμηλά. Επιτήδειοι που έχουν αναγάγει την τέχνη του «λαδώματος» σε επιστήμη, ανακριτές, εισαγγελείς, διαφθορά και σήψη, ρατσιστικά φαινόμενα, πολιτικοί της καρπαζιάς, λάθη αείμνηστων δημαγωγών...όλοι ένα κουβάρι. Κατήφορος, προβληματισμός και αμηχανία από την πλευρά των απλών ανθρώπων. Τραγικά πρότυπα για μια νεολαία που η πλειοψηφία της δεν πιστεύει πια σε τίποτα και δεν περιμένει τίποτα. Μιας κοινωνίας που σιωπά επιδεικτικά αλλά αρνείται να ξεπουλήσει τα όνειρά της στη «μαύρη αγορά».  Εκείνη την «μαύρη αγορά» που στήθηκε νύχτα και που οι κανόνες της τράφηκαν από ένα «Σύστημα» που εμφανίζεται παντοδύναμο, ελέγχει τα πάντα και πάντα στο τέλος βγαίνει κερδισμένο, για αυτό τον λόγο διαψεύδονται συνεχώς όσοι περίμεναν έναν μεγάλο ξεσηκωμό. Εκείνη την πολυπόθητη επανάσταση των ημερών μας που δεν ήρθε ποτέ, ίσως γιατί όλοι την επιδίωκαν, όλοι την ζητούσαν μα εκείνοι που έπρεπε να την κάνουν κατάλαβαν ότι το «Σύστημα» είναι ανίκητο, έτσι το μόνο που έκαναν ήταν να υπομένουν απογοητευμένοι από όλους και από όλα, εισπνέοντας τα τελευταίας τεχνολογίας δακρυγόνα και μετρώντας στην πλάτη τους τα υπερσύγχρονα μέσα καταστολής ενός αποκρουστικού και άθλιου κράτους που τους θεωρούσε για τα πάντα ένοχους και επικίνδυνους, έτσι κατάντησαν σιγά-σιγά κακομοίρηδες, φοβητσιάρηδες και μοιρολάτρες. Έπεσαν σε κατάθλιψη και στο τέλος παραδόθηκα.

   Μεσσίες  πουθενά, πίστη σε οράματα και προοπτικές καμία, οι οδηγητές των νέων ιδεών και της ανατροπής λίγοι και ανεπαρκείς, αποδείχτηκαν γρήγορα ότι ήταν μέρος του «Συστήματος» και τρέφονταν από αυτό, αν όχι και το συντηρούσαν κιόλας με κάθε τρόπο. Ανίκανοι να εμπνεύσουν το λαό και να τον κάνουν να σηκωθεί από τον καναπέ. Κάθε μορφής πνευματικότητα εξαφανισμένη. Οι λίγοι πνευματικοί άνθρωποι που ύψωσαν ανάστημα, γρήγορα εξαναγκάστηκαν σε απομόνωση και χαρακτηρίστηκαν ιδιόρρυθμοι. Θυμάμαι πολύ συχνά έναν καλό μου φίλο τον ποητή Νίκο Ανδρεάδη, στις συζητήσεις μας εδώ και αρκετά χρόνια, να μου λέει χαρακτηριστικά. «Ένας τέτοιος λαός δεν έχει καμία ελπίδα, μπορεί να αξίζει τον αφανισμό και η μοίρα του να είναι προδιαγεγραμμένη. Χωρίς νεύρο χωρίς παλμό με κατεβασμένα τα χέρια έχει παραδοθεί και δεν αντιδρά. Πολύ σύντομα θα βλέπεις κόσμο να πηδάει από τα μπαλκόνια και να ξενιτεύεται». 
   Δεν μπορώ να χωνέψω τούτο το τραγικό κατάντημα που αναστάτωσε τον κόσμο μας και ανέτρεψε όλους τους σχεδιασμούς τόσων νέων ανθρώπων, καταδικάζοντάς τους να ζήσουν τον εφιάλτη ως μια σκληρή και απάνθρωπη πραγματικότητα. Κατέστρεψε όνειρα και ποδοπάτησε συνειδήσεις μέσα σε λίγο χρόνο. Δεν θα ξεχάσω όλους εκείνους που έσβησαν μέσα στην απελπισία και την απογοήτευση. Το τέλος τους ίσως κάποτε σημάνει σαν άλλος παιάνας την απαρχή της μεγάλης μαζικής λαϊκής ανατροπής. Ίσως μέσα από τούτες τις στάχτες αναγεννηθεί μια νέα πραγματικότητα. Ίσως υπάρξει ένας νέος μεγάλος ηγέτης που θα εμπνεύσει και θα ενώσει. Έτσι όπως το έκανε ο Φίλιππος της Μακεδονίας ενώνοντας τους Έλληνες 2500 χρόνια πριν προετοιμάζοντας το δρόμο για την ενδοξότερη μορφή της ελληνική ιστορίας, τον Αλέξανδρο και τα κατορθώματά του. Έναν ηγέτη φιλόσοφο, οραματιστή με την έννοια που έδινε ο Αριστοτέλης στον «ηγέτη» . Εκείνον που θα γεννηθεί μέσα από τα σπλάχνα του λαού. Θα εμπνευστεί από αυτόν και θα τον εμπνεύσει οδηγώντας τον στην ανατολή μιας νέας εποχής. 
 

Χάρης Κανάκης
 Νέα Φιλαδέλφεια, 27 Ιανουαρίου 2014

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

«ΠΡΩΙΝΗ ΣΙΩΠΗ» το τελευταίο διήγημα του Χάρη Κανάκη, (εν συντομία)



                                 
        

   Ένας  άνθρωπος της πόλης κουρασμένος από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, αποσύρεται στο κελί ενός Μοναστηριού καταγράφοντας τις σκέψεις του, την ανάμνηση ενός ιδιόρρυθμου φίλου, την παρατήρηση της φύσης και την πάλη του με τους λογισμούς και τους πειρασμούς που τον βασανίζουν, στην προσπάθειά του να πλησιάσει το Θεό και να βρει τη γαλήνη. 
Ο ήρωας του διηγήματος αγωνίζεται να επιβληθεί στις σκέψεις του ακροβατώντας ανάμεσα στην ιεροσύνη, την αυτοτιμωρία και την παράνοια.


Ξεκίνησα να το γράφω το 2007 και το ολοκλήρωσα το 2014. Ένα υπέροχο ταξίδι που κράτησε 7 χρόνια. 

Είναι ένα διήγημα γραμμένο απλά, που απευθύνεται σε απλούς ανθρώπους. Δεν είναι τίποτε άλλο από μια κραυγή αγανάκτησης απέναντι στον διαβρωμένο σύγχρονο τρόπο ζωής που απέχει πάρα πολύ από την ουσία της δημιουργίας και πνευματικότητας της ανθρώπινης φύσης.

Χ.Κ.

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

"Τα ποιήματα στο δρόμο" του Νίκου Χουλιαρά.


Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια – όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

«Το γεράκι της Μάλτας» - Dashiell Hammett


Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Σαμ Σπέιντ, θα βρεθεί μέσω δύο διαφορετικών υποθέσεών του, στο κυνήγι του Γερακιού της Μάλτας. Το ανεκτίμητης αξίας αγαλματένιο πουλί αναζητούν, όμως, πολλοί. Άλλοι εμφανίζονται να είναι με το μέρος του Σπέιντ και άλλοι εμφανίζονται ανταγωνιστές του. Μέσα σε όλα, πρέπει να αντιμετωπίσει και τους αστυνομικούς, που τον αντιπαθούν σφόδρα και προσπαθούν να του φορτώσουν ό,τι μπορούν ώστε να τον κλείσουν μέσα.

        Δεν ακολουθείται η τυπική φόρμα του κλασικού who done it αστυνομικού - είναι περισσότερο hardboiled crime fiction. Υπάρχουν μεν εγκλήματα, όμως ο η ιστορία δεν κινείται γύρω από την εξιχνίαση αυτών, αλλά γύρω από τις αγωνιώδεις προσπάθειες για την ανακάλυψη του αγαλματένιου πουλιού. Βέβαια, δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα βασικά συστατικά μιας τέτοιας ιστορίας : ο πλούσιος αρχηγός συμμορίας, τα τσιράκια του, η μοιραία γυναίκα, οι αφελείς προδομένοι.
      Το ψέμα παραμονεύει σε κάθε σελίδα : όλοι λένε ασταμάτητα και ασύστολα ψέματα, προσπαθώντας να πάρουν προβάδισμα στην άγρια κούρσα προς το πουλί. Φυσικά, εκτός από ανώδυνα ψέματα, θα υπάρξουν και μερικές δολοφονίες.
Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή Σπέιντ, είναι τόσο εντυπωσιακός που ξεπερνά τα συνηθισμένα κλισέ. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά στον μέγιστο βαθμό : σκληρός και αδίστακτος, αλλά και εύστροφος, οξυδερκής και ψύχραιμος, καταφέρνει να βγαίνει αλώβητος από όλες τις παγίδες που του στήνουν. Πάντα υποψιασμένος, ανέχεται τα ψέματα που όλοι του αραδιάζουν, και γρήγορα καταφέρνει να μαθαίνει την αλήθεια. Ενίοτε κινείται στα όρια της παρανομίας, πάντοτε όμως, φροντίζοντας να μην αφήνει ίχνη και έχοντας καλυμμένα τα νώτα του. Και πάνω από όλα, δεν εμπιστεύεται κανέναν, εκτός από την έμπιστη βοηθό του, Έφι.
     Το μυθιστόρημα κυλάει σαν γάργαρο τρεχούμενο νεράκι. Σε κάθε σκηνή αναρωτιέσαι που μπορεί να κρύβεται το ψέμα και τι θα σκαρφιστεί πάλι ο Σπέιντ για να πάρει το πάνω χέρι και τέλος, δίχως να το καταλάβεις, ο Σπέιντ τους έχει τυλίξει όλους σε μια κόλλα χαρτί.