Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

"Μια πραγματική ιστορία", (του Γιάννη Κουβάτσου)


   Κατέβαινα το απόγευμα με τον ηλεκτρικό για Πειραιά, για καφέ με φίλο αδερφικό. Διαγώνια από μένα καθόταν μια κοπέλα, κορίτσι της διπλανής πόρτας, όπως έχουμε μάθει να λέμε. Είχε το πρόσωπο κρυμμένο στο χέρι της. Βάσανα, σκέφτηκα. Χτυπάει το κινητό της, ήταν μια φίλη της. Μετά τις πρώτες τυπικές κουβέντες, της ζητάει δανεικά 18 ευρώ, για να πάρει ένα ειδικό γάλα σκόνη από το φαρμακείο, για το μωρό. Από τότε που πέθανε η μάνα της της πάνε όλα στραβά, δεν έχει πού αλλού να αποταθεί, μπορεί; Όχι, ε; Καλά, θα δει τι θα κάνει, αν βρει με κάποιον τρόπο, ας την πάρει τηλέφωνο, στο ψυγείο έχει μόνο μπουκάλια με νερό. 
   Κλείνει το τηλέφωνο, το πρόσωπο στο χέρι, οι ακούσιοι ωτακουστές αποφεύγουμε ο ένας το βλέμμα του άλλου. Στον επόμενο σταθμό, Καλλιθέα νομίζω, σηκώνεται ένας κύριος και, όπως περνάει δίπλα της, της βάζει αστραπιαία ένα εικοσάευρο στο χέρι και σπεύδει να κατεβεί σαν κλέφτης. Για να μην ξεμείνει μέσα; Για να μην προλάβει η κοπέλα να του πει ευχαριστώ; Πρόφτασα και τον είδα, γύρω στα 60, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Η κοπέλα τινάχτηκε ξαφνιασμένη, έμεινε για λίγο αμήχανη και ξαναγύρισε στην ίδια στάση μέχρι τον Πειραιά. Το εικοσάρι στο χέρι.
    Να 'ταν ένα καλοστημένο σχέδιο εξαπάτησης από την πλευρά της κοπέλας; Ποιος ξέρει...Αν ναι, μιλάμε για ερμηνεία Μέριλ Στριπ και άνω. Τι να πω...Όταν, όμως, κάθε μέρα ασφυκτιάς, όπως όλοι μας, από μικροπρέπεια, ιδιοτέλεια και αδιαφορία, ρουφάς με βιαστικές ανάσες το οξυγόνο που σου προσφέρεται. Σ' ευχαριστώ, αδερφέ... Σ' ευχαριστώ για το οξυγόνο και γιατί σήμερα συνάντησα έναν Άνθρωπο.


Από ανάρτηση στο FB στις 5-4-14.

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Ένα υπέροχο ποίημα του Ζακ Πρεβέρ για τον έρωτα.


ZAK ΠΡΕΒΕΡ, ''ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ"

Αυτός ο έρωτας
Τόσο βίαιος
Τόσο εύθραυστος
Τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν την μέρα
Κι απαίσιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι απαίσιος
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο όμορφος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Και τόσο μηδαμινός
Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν ήρεμος άντρας τη νύχτα
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους άλλους να φοβούνται
Που τους έκανε να μιλάν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας παραφυλαγμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε παραφυλάξει
Καταδιωγμένος, πληγωμένος, ποδοπατημένος, αποτελειωμένος, απαρνημένος, ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε καταδιώξει, πληγώσει, ποδοπατήσει, αποτελειώσει, απαρνηθεί, ξεχάσει
Ολόκληρος αυτός ο έρωτας
Τόσο ζωντανός ακόμη
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Εκείνος που υπήρξε
Αυτό το πάντα καινούριο πράγμα
Και που δεν άλλαξε
Όμοια αληθινός σαν φυτό
Όμοια τρέμοντας σαν πουλί
Όμοια ζεστός όμοια ζωντανός σαν καλοκαίρι
Μπορούμε κι οι δυο
Να φεύγουμε και να ξαναγυρνάμε
Μπορούμε να ξεχνάμε
Και μετά να ξανακοιμόμαστε
Να ξυπνάμε να υποφέρουμε να γερνάμε
Να κοιμόμαστε ακόμη
Να ονειρευόμαστε το θάνατο
Να ξυπνάμε να χαμογελάμε και να γελάμε
Και να ξανανιώνουμε
Ο έρωτάς μας στέκει εκεί
Πεισματάρης σαν γαϊδούρα
Ζωντανός σαν πόθος
Σκληρός σαν μνήμη
Ηλίθιος σαν κλάψα
Τρυφερός σαν ανάμνηση
Κρύος σαν μάρμαρο
Όμορφος σαν μέρα
Εύθραυστος σαν παιδί
Μας κοιτάζει χαμογελώντας
Και μας μιλάει χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ τον ακούω τρέμοντας
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω για όλους όσους αγαπιούνται
Και αγαπήθηκαν
Ναι του φωνάζω
Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους
Που δεν ξέρω
Στάσου εκεί
Εκεί που είσαι
Εκεί που ήσουν άλλοτε
Στάσου εκεί
Μην κουνιέσαι
Μη φεύγεις
Εμείς αγαπιόμαστε
Σε ξεχάσαμε
Εσύ μη μας ξεχνάς
Δεν έχουμε παρά εσένα πάνω στη γη
Μη μας αφήσεις να κρυώσουμε
Πάντα πολύ μακρύτερα
Κι αδιάφορο που
Δώσε μας σημάδι ζωής
Πολύ αργότερα στη γωνία κάποιας δεντροστοιχίας
Στο δάσος της μνήμης
Πρόβαλε άξαφνα
Τέντωσε μας το χέρι
Και σώσε μας.