Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ο έρωτας του Σοπέν για την Γεωργία Σάνδη



Αυτός ο χαμηλών τόνων, ντροπαλός και φιλάσθενος αλλά και ιδιοφυής άνθρωπος γνώρισε το 1837 τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του, τη Γεωργία Σάνδη. Η Αμαντίν-Ωρόρ-Λουσίλ Ντυπέν, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Σάνδη γεννήθηκε το 1804 στο Παρίσι και ήταν φεμινίστρια πριν καν δοθεί ορισμός σε αυτό τον όρο. Αφού παράτησε τον πρώτο της σύζυγο κυκλοφορούσε στο Παρίσι με αντρικά ρούχα, αποκτώντας έτσι πρόσβαση σε μέρη που απαγορεύονταν η είσοδος των γυναικών. Μετά το χωρισμό της έζησε αρκετές ερωτικές περιπέτειες, αλλά η σχέση της με τον Σοπέν είχε ένταση και διάρκεια καθώς συζούσαν επί δέκα χρόνια.
Γνωρίστηκε με τον Σοπέν στο σπίτι ενός ακόμη ερωτικού συντρόφου της, του Λιστ. Αρχικώς ο Σοπέν τη χαρακτήρισε ως αντιπαθητική δυσανασχετώντας με τις ασυνήθιστες για την εποχή συνήθειες της, όπως το να φοράει παντελόνια και να καπνίζει δημόσια βαριά τσιγάρα, πίπα και πούρα. Όμως αυτήν την εκκεντρική γυναίκα και συγγραφέα πετυχημένων μυθιστορημάτων την ερωτεύτηκε σφόδρα όταν την συνάντησε ξανά μερικούς μήνες αργότερα. Εγκαταστάθηκαν στη Μαγιόρκα και έζησαν εκεί για ένα διάστημα με τα δύο παιδιά της, όμως η υγεία του Σοπέν με συμπτώματα φυματίωσης χειροτέρευε και η ασυνήθιστη συμπεριφορά της Σάνδη, η αντρική ενδυμασία και η συμβίωση με έναν άντρα χωρίς γάμο, προκαλούσε αντιδράσεις στους περιοίκους με αποτέλεσμα να καταφύγουν σε ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι σε ένα απομακρυσμένο χωριό.
Αν και η υγεία του Σοπέν χειροτέρευε, ήταν μια από τις παραγωγικότερες περιόδους, καθώς συνέθεσε νέα έργα και αναθεώρησε κάποια παλαιότερα. Παράλληλα, η Σάνδη έγραψε το βιβλίο Ένας χειμώνας στη Μαγιόρκα. Η ανάρρωση του Σοπέν καθυστερούσε πολύ να έρθει καθώς η εύθραυστη υγεία του συνεχώς τον ταλαιπωρούσε. Η Σάνδη όλα αυτά τα χρόνια έμενε αφοσιωμένη στον εραστή της και του συμπαραστεκόταν στα προβλήματά υγείας του.
Όμως, σταδιακά ο έρωτας άρχισε να υποχωρεί και η Σάνδη θέλησε να χωρίσει και διάλεξε έναν αλλόκοτο τρόπο για να του το πει, όπως αναφέρεται στη Μυστική ζωή των μεγάλων μουσουργών, των εκδόσεων Αιώρα. Την εποχή εκείνη γράφει το μυθιστόρημα Λουκρητία Φλοριάνι στο οποίο ένας χαρακτήρας που είναι βασισμένος στην ίδια έχει έναν εραστή με τα χαρακτηριστικά του Σοπέν.
Η ενάρετη, ευγενική και πανέμορφη ηρωίδα του μυθιστορήματος διώχνει τον παρανοϊκά ζηλιάρη και παρασιτικό εραστή της. Οι νύξεις της απέτυχαν και ο Σοπέν απλά επαινεί τη Σάνδη για τη δημιουργικότητα της παρά τις αντιδράσεις των φίλων του.
Το καλοκαίρι του 1847 χωρίζει οριστικά από τον φιλάσθενο Σοπέν, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα πεθαίνει νικημένος από την αρρώστια του.

Από ανάρτηση του Σπύρου Μαυρόπουλου στο FB

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

"Στο καλό, φίλε...'' του Γιάννη Κουβάτσου


    Ένας πυροσβέστης πέθανε στο Παλαιό Φάληρο, προσπαθώντας να σώσει μια γυναίκα μέσα σε φλεγόμενο διαμέρισμα. Προφανώς, όταν τέλειωσε το οξυγόνο της συσκευής του, δεν ακολούθησε τις υπηρεσιακές οδηγίες να βγει έξω απˊ το κτίριο, συνέχισε την προσπάθεια και πέθανε μαζί με τη γυναίκα από ασφυξία.
    Θα τον κλάψουν οι δικοί του, θα εκφωνηθούν επίσημοι λόγοι στην κηδεία του και τέλος. Δεν θα καταγραφεί εις τας δέλτους της Ιστορίας, δεν θα διασωθεί τˊ όνομά του από τη συλλογική μνήμη, τον περιμένει η μοίρα των μικρών Ανθρώπων που γράφουν την εποποιΐα της καθημερινότητας , η λήθη δηλαδή. 
    Τα κιτάπια της Ιστορίας και τα σχολικά βιβλία έχουν θέση μόνο για Μεγάλους Μακελάρηδες, για Μεγάλους Φανφαρόνους, για Μεγάλους Ψυχάκηδες. Για όλους αυτούς τους αιμοσταγείς που οι τραλαλά κοινωνίες μας τους κάνουν αγάλματα, λεωφόρους, πλατείες, πρότυπα για τα παιδιά μας.
Στο καλό, φίλε...

Ντίνος Χριστιανόπουλος, "Μαγδαληνή"


Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ' αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ' το Ναό στο λιμάνι
κι απ' την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.
Μ' αυτό το μύρο θ' αλείψω τα πόδια του,
μ' αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ' αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι' Αυτόν, θα 'ναι η αγάπη του που θα μ' εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ' όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

Από τη συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950)

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

"Αθάνατη Ελληνική Κληρονομιά" (του Σπύρου Καβακόπουλου)



Αθάνατη Ελληνική Κληρονομιά
(Με αφορμή σχετική συζήτηση με Ολλανδή μόνιμη κάτοικο της χώρας μας)

Και φέτος κουρελαρία αφισών, βρίσκεται καρφωμένη (ναι καρφωμένη) σε πανέμορφους ευκαλύπτους της παραλίας Γαλαξιδίου, όπως σε κολώνες και κάδους απορριμμάτων. Διαφημίζει τραγωδίες, κωμωδίες που παίζονται στο αρχαίο θέατρο των Δελφών.
Αναρωτιέμαι.
Ο ατζέντης μιας ποιοτικής εννοείται παράστασης, έχει το δικαίωμα του αισθητικού βιασμού της  πόλης;
Οι συντελεστές της παράστασης βλέποντας τους εαυτούς τους καρφωμένους πάνω σε δένδρα, κολώνες, κάδους απορριμμάτων, μπορούν να διατείνονται ότι παράγουν πολιτισμό; Δεν αντιλαμβάνονται την γελοιότητα της καλλιτεχνικής φωτογραφίας των, με κάδρο κάδους απορριμμάτων και κορμούς δένδρων;
Ο θεατής βλέποντας την κουρελαρία και το βρωμερό κιτς της αφισοκόλλησης «όπου λάχει», πως μπορεί ταυτόχρονα να παρακολουθεί αρχαία τραγωδία, να  μιλά για τέχνη - αισθητική και να παραμένει απαθής; Ο συνεχής αισθητικός βιασμός έγινε συνήθεια και μάλλον μας διακατέχει το σύνδρομο της Στοκχόλμης.


«Πέρσες» του Αισχύλου γράφει η κουρελιασμένη αφίσα. Πόσοι τελικά γνωρίζουμε  ότι η τραγωδία διερευνά με εκπληκτικό τρόπο το θέμα της ύβρεως, της αλαζονείας, της ελευθερίας του ανθρώπου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όλα αυτά γιατί αποτελούσαν αντικείμενο εξέτασης για τους αρχαίους και τώρα όχι;

Ευτυχώς ο σκοτεινός ελληνικός χειμώνας,  θα αναλάβει και φέτος να εξαφανίσει μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, την βρωμερή και κουρελιασμένη μας αφίσα.

Φιλικά